Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Για το τίποτε δεν έχω να πω τίποτε...

Συνέντευξη του Σαράντου Καργάκου στον Αποστόλη Ζώη

(αναδημοσίευση από την εφημερίδα www.e-erevna.gr)

«Για το τίποτε δεν έχω να πω τίποτε. Αυτό το τίποτε συγκροτείται από κάποια κομματικά ή οικογενειακά φέουδα. Αλλά, όταν μοιράζεις το τίποτε, εισπράττεις ένα τίποτε. Έχουμε μια τιποτένια πολιτική, διότι εξαιτίας κυρίως του τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού εκμαυλισμού εδώ και καιρό συγκροτούμε ένα σύνολο χαυνοπολιτών, δηλαδή κεχηναίων και χασκόντων πολιτών». Αυτά δηλώνει σήμερα στην ΕΡΕΥΝΑ ο γνωστός ιστορικός, φιλόλογος και συγγραφέας κ. Σαράντος Καργάκος, χειμαρρώδης στο λόγο του και κατασταλαγμένος στις σκέψεις του. Λάτρης του πολυτονικού συστήματος και της αρχαίας γλώσσας, ενώ οι απαντήσεις που δίνει είναι γραμμένες στο πολυτονικό, όπως όλα τα βιβλία και τα άρθρα του.

- Ποια είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα, ποια είναι η προσωπικότητά της και οι αρχές οι οποίες τη διέπουν; Εκτιμάτε ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει πρόσωπο;

«Το μόνο δροσερό που αισθάνθηκα τον τελευταίο καιρό ήσαν οι πρώτες σταγόνες της βροχής, που, όταν έγιναν βροχή, καθάρισαν κάπως τον εξωτερικό μας ρύπο. Για ποια ελληνική κοινωνία μιλάτε; Αυτό το πληθυσμιακό αμάρευμα (=κατακάθι) δεν είναι κοινωνία , είναι α-κοινωνία. Με ποιον ή με τι κοινωνούμε; Το τι είμαστε, το έχει προσδιορίσει προφητικά και χλευαστικά ο Ηράκλειτος: «Σάρμα εική κεχυμένον ο κάλλιστος κόσμος μας» (=Σκουπίδια άτακτα χυμένα ο ωραιότατος κόσμος μας)! Στο μόνο που διακρινόμαστε είναι η παραγωγή και η έκθεση σκουπιδιών. Δημιουργούμε – όντας σκουπίδια της ιστορίας – τον «Πολιτισμό των Σκουπιδιών». Ας μη μιλάμε πια για πρόσωπο. Όπως συχνά έχω γράψει, είμαστε μια απρόσωπη έκφραση προσωπικότητας. Δεν έχουμε πρόσωπο και γι’ αυτό, όπως έλεγε ο λαός, όταν ήταν λαός κι όχι πολτός, «δεν βλέπουμε Θεού… πρόσωπο»!

- Δομικοί κοινωνικοί θεσμοί της χώρας μας όπως φερ΄ ειπείν η παιδεία, η πολιτεία, η δικαιοσύνη, η εκκλησία και άλλα απαξιώνονται τόσο πολύ από τους ίδιους τους πολίτες… Μήπως αυτό είναι επικίνδυνο;

“Οι θεσμοί, για να είναι θεσμοί, πρέπει να είναι δεσμοί, όχι με την έννοια της αλυσίδας. Πρέπει να μας δένουν με κάτι (π.χ. με μια πίστη σε μια αξία) αναμεταξύ μας. Οι θεσμοί έχουν παραλύσει. Έχουν αυτοδιαλυθεί. Ουσιαστικά οι φορείς τους έχουν αυτοπαραιτηθεί. Η παρουσία τους είναι προσχηματική και… μισθολογική. Ένα παράδειγμα: η τήρηση των νόμων στην Ελλάδα είναι προαιρετική. Ποιος μεγάλος κλέφτης μπήκε φυλακή; Κι αν μπήκε, σε πόσο χρόνο βγήκε; Ασφαλώς κι είναι επικίνδυνη η απαξίωση των θεσμών εκ μέρους των πολιτών. Αλλά κατά πόσον οι κατά ταυτότητα Έλληνες είναι πολίτες; Είναι ιδιώτες και, όπως, εννοούσε τη λέξη ο Περικλής και όπως εννοούν τη λέξη idiot οι ξένοι. Δεν έχουμε αίσθημα πατρίδας, για να έχουμε σοβαρούς θεσμούς και σοβαρή πίστη στους θεσμούς. Τα όρια της πατρίδας μου είναι τα όρια της… τσέπης μου”.

- Τι έχετε να πείτε για την απαξίωση της πολιτικής και των εκπροσώπων της;

“Για το τίποτε δεν έχω να πω τίποτε. Αυτό το τίποτε συγκροτείται από κάποια κομματικά ή οικογενειακά φέουδα. Αλλά, όταν μοιράζεις το τίποτε, εισπράττεις ένα τίποτε. Έχουμε μια τιποτένια πολιτική, διότι εξαιτίας κυρίως του τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού εκμαυλισμού εδώ και καιρό συγκροτούμε ένα σύνολο χαυνοπολιτών, δηλαδή κεχηναίων και χασκόντων πολιτών”.

- Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας μας, το οποίο θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί η βασική αιτία της γενικότερης και κοινώς αναγνωριζόμενης κοινωνικής παθογένειας σήμερα και ποια η προτεινόμενη λύση του;

“Υπό άλλες συνθήκες θα σας έλεγα ότι είναι η «απαιδία», όπως τη λέγει ο Πολύβιος. Η υπογεννητικότητα. Διότι οι αρχοντοχωριάτες (με δανεικά παρακαλώ!), κατά ταυτότητα Έλληνες, προτιμούν ν’ ανατρέφουν σκυλιά και όχι παιδιά. Αν ήμουν υποκριτής θα σας έλεγα ότι είναι η φερόμενη (έτσι δε λέμε τώρα;) οικονομική κρίση. Αλλά μια κρίση δεν κάνει κακό. Η ακρισία, που μας έδερνε τόσον καιρό, ήταν το μεγάλο κακό. Η κρίση μπορεί να μας κάνει καλό: να «μάσουμε» όχι μόνο τα λεφτά αλλά κυρίως τα… μυαλά μας. Την μόνη λύση που εδώ και δύο χρόνια προτείνω με την αρθρογραφία μου είναι η προτροπή του Σεπτιμίου Σεβήρου: Laboremus (=ας εργαζόμαστε) και όχι το… ξαπλαρέμους”.

- Προσφέρεται σήμερα παιδεία από το κράτος; Ή προσφέρεται κακοπαιδεία, υποπαιδεία και υπνοπαιδεία;

“Δεν υπάρχει κράτος, υπάρχει ακράτεια. Το φερόμενο ως κράτος είναι ένας φορομπηχτικός μηχανισμός κι ένας τεράστιος εσμός παρασίτων. Συνεπώς, αυτό που προσφέρεται σαν παιδεία είναι μια παρασιτική λειτουργία. Τους τίτλους «κακοπαιδεία», «υποπαιδεία», «υπνοπαιδεία» χρησιμοποιώ εδώ και μια τριακονταετία. Τα βιβλία μου «Αλαλία» και «Αλεξία» και το πρόσφατα εκδοθέν από τον «Αρμό», «Ελληνική παιδεία: Ένας νεκρός με… μέλλον», ξέρω ότι ενόχλησαν πολλούς. Αλλά αυτό νομίζω ότι είναι η αποστολή του πνευματικού ανθρώπου: να γίνεται σωκρατικός οίστρος, έστω κι αν το βραβείο με το οποίο θα τιμηθεί είναι το… κώνειον!”.

- Πως πρέπει να σταθεί η Ελλάδα απέναντι στην πρόκληση της εποχής μας; Πως μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο;

“Η Ελλάς, ως έννοια πνευματική και ηθική, ναι, οι φερόμενοι τώρα ως Έλληνες όχι. Εκτός πια κι αν επιτραπεί στην Ελλάδα να επιστρέψει στον τόπο της. Το να λες πως είσαι Έλληνας σήμερα στην Ελλάδα κάνει κακό στην υγεία και στη σταδιοδρομία. Δεν διαπρέπουν οι απόγονοι του Λεωνίδα αλλά του Εφιάλτη και του Νενέκου. Ωστόσο, η ανθρωπότητα που διαρκώς βουλιάζει μέσα στο τέλμα μιας προόδου που δίνει την αίσθηση και το άρωμα του βόθρου, θα αισθανθεί κάποια στιγμή την ανάγκη μιας υγιούς αναπνοής. Όπως τα χρόνια της Αναγεννήσεως (αλλά και μετά) ιδανικό πρότυπο έγινε ο Έλληνας Άνθρωπος, το ίδιο θα συμβεί και στα προσεχή χρόνια. Θα ξαναρχίσει διεθνώς (στην Κίνα άρχισε πυρετωδώς) η σπουδή της αρχαίας μας γλώσσας, που, όπως έγραψε παλιά ο Wilhelm Schultze, είναι «η ανώτερη εκδήλωση του ανθρώπινου γλωσσοπλαστικού δαιμονίου» (Höchste Manifestation des sprachbildendem Menschengreistes). Τότε υπάρχει ελπίδα να υψωθεί και τούτος ο ασπόνδυλος, σαν μαλάκιο λαός, σε έθνος. Διότι, όπως σωστά λένε οι Γερμανοί, που μας φόρεσαν το καπίστρι της «Τρόικας», το έθνος είναι η γλώσσα (“Die Nation ist die Sprache”). Η κατάπτωσή μας άρχισε από την κατάπτωση της γλώσσας μας. Έτσι εγίναμε, όπως λέει ο Μακρυγιάννης, «παλιόψαθα των Εθνών». Αλλ’ αν θαύματα γίνονταν και στο παρελθόν, γιατί να μη γίνουν και στο μέλλον; Οι πραγματικά θρησκεύοντες προσδοκούν «ανάστασιν νεκρών». Εγώ, πιο ολιγαρκής, προσδοκώ την ανάσταση του φιλοτίμου μας. Κι αν είναι να πεθαίνουμε, να πεθαίνουμε για ένα φιλότιμο… Άμποτες!”.

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

Αρχαία ελληνικά ανέκδοτα...

Μια που είναι δύσκολο να γελάσουμε με τη σημερινή κατάσταση, ας γελάσουμε με τους παλαιότερους...

Ο φίλος Θανάσης μας έστειλε μια σειρά από αρχαία ελληνικά ανέκδοτα - ας τα χαρούμε...


Φαγιούμ με μάσκες

Είπε κάποιος στον Αρίστιππο ότι η Λαΐδα δεν τον αγαπά, αλλά
προσποιείται ότι τον αγαπά. Ο Αρίστιππος απάντησε:
«Ούτε το κρασί ή το ψάρι με αγαπούν, εγώ όμως τα απολαμβάνω».

Ένας άντρας είπε στην ερωτομανή γυναίκα του:
«Τι θέλεις να κάνουμε, να φάμε ή να κάνουμε έρωτα».
Εκείνη του είπε:
«Ό,τι θέλεις, ψωμί πάντως δεν έχουμε».

Είπε κάποιος στον Διογένη:
«Οι συμπολίτες σου σε καταδίκασαν σε εξορία».
Και ο φιλόσοφος απάντησε:
«Κι εγώ τους καταδίκασα να μένουν στον τόπο τους».

Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς κοπέλας. Ο
Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος
ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέγει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως
εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

Επαινούσαν μερικοί μπροστά στον Άγη τους Ηλείους, γιατί ήταν πολύ
δίκαιοι κριτές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Άγης ρώτησε με απορία:
- Και είναι τόσο σπουδαίο το ότι οι Ηλείοι μια φορά στα τέσσερα χρόνια γίνονται δίκαιοι;

Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος
ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό.
-«Με τόσα χρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο».
-«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη απο ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί
κάνει κάτι τέτοιο απάντησε:
- Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι απο την αναισθησία των ανθρώπων.

Παρακινούσαν τον Φίλιππο τον Μακεδόνα να εξορίσει κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε:
- Δεν είστε καλά!! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σ' άλλα μέρη;

Ένας φαλακρός έβριζε τον Διογένη. Ο φιλόσοφος γύρισε και του είπε:
«Δεν σου ανταποδίδω τις βρισιές, αλλά θα ήθελα να πω ένα "μπράβο" στις
τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

Ρώτησε κάποιος τον Αντισθένη τι είδους γυναίκα θα ήταν κατάλληλη για γάμο. Ο φιλόσοφος του είπε:
«Το πράγμα είναι δύσκολο. Αν παντρευτείς ωραία, θα την έχεις με άλλους κοινή, αν άσχημη, θα είναι σαν να σου επέβαλαν ποινή».

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα στη ζωγραφική & τη λογοτεχνία...

Καλά Χριστούγεννα & Ευχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος!

Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!...

Κώστας Βάρναλης


Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε διαρκῶς λεπτὸν νερόχιονον, ὁ γραῖγος ἀδιάκοπος ἐφύσα καὶ ἦτο ψῦχος καὶ χειμὼν τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους...

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἶχε νηστεύσει ἀνελλιπῶς ὁλόκληρον τὸ Σαρανταήμερον καὶ εἶχεν ἐξομολογηθεῖ τὰ κρίματά του (παπα-Δημήτρη τὸ χέρι σου φιλῶ!). Καὶ ἀφοῦ ἐγκαίρως παρέδωσε τὸ χριστουγεννιάτικον διήγημά του εἰς τὴν «Ἀκρόπολιν» καὶ διέθεσεν ὁλόκληρον τὴν γλίσχρον ἀντιμισθίαν του πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου καὶ τῶν ὀλίγων χρεῶν του, γέρων ἤδη κεκμηκὼς ὑπὸ τῶν ἐτῶν καὶ τῆς νηστείας, ἀποφεύγων πάντοτε τὴν πολυάσχολον τύρβην, ἀλλὰ φιλακόλουθος πιστός, ἔψαλεν, ὡς συνήθως, μὲ τὴν βραχνὴν καὶ σπασμένην φωνήν του, πλήρη ὅμως ἐνθέου πάθους, ὡς δεξιὸς ψάλτης, εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου τὰς Μεγάλας Ὥρας, σχεδὸν ἀπὸ στήθους, καὶ ὅτε ἐπανῆλθεν εἰς τὸ πτωχικόν του δωμάτιον, δὲν εἶχεν ἀκόμη φέξει!

Ἤναψε τὸ κηρίον του καὶ τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (καὶ τοῦ Κυρίου!) ἔβγαλε τὸ ὑπόδημά του τὸ ἀριστερόν, διότι τὸν ἠνώχλει ὁ κάλος, καὶ ἡμίκλιντος ἐπὶ τῆς πενιχρᾶς στρωμνῆς του, πολλὰ ῥεμβάζων καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος, ἤκουε τὰς ὀρυγὰς τοῦ κραταιοῦ ἀνέμου καὶ τοὺς κρότους τῆς βροχῆς καὶ ἔβλεπε νοερῶς τὸν πορφυροῦν πόντον νὰ ῥήγνυται εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχμηροὺς βράχους τοῦ νεφελοσκεποῦς καὶ χιονοστεφάνου Ἄθω.

Ἐκρύωνεν. Ἀλλὰ τὸ καφενεῖον τοῦ κυρ-Γιάννη τοῦ Ἀγκιστριώτη ἦτο κλειστόν. Ἀλλὰ καὶ ὀβολὸν δὲν εἶχε νὰ παραγγείλει:

- Πάτερ Ἀβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ἕνα ποτηράκι ῥακὴ ἢ ῥώμι).

Ἐκείνην τὴν χρονιὰν τὰ Χριστούγεννα ἔπεσαν Παρασκευήν. Τόσον τὸ καλύτερον. Θὰ νηστεύσει καὶ πάλιν, ὡς τὸ εἶχε τάμα νὰ νηστεύει διὰ βίου κάθε Παρασκευὴν διὰ νὰ ἐξαγνισθεῖ ὁ ἁμαρτωλὸς δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ μέγα κρῖμα τῆς νεότητός του, ποὺ εἶδε τυχαίως ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπαν τὴν νεαράν του ἐξαδέλφην νὰ γδύνεται.

Ἔκαμε τὸν σταυρόν του κι ἐσκεπάσθη μὲ τὴν διάτρητον βατανίαν του, ὅπως ἦτο ντυμένος καὶ μὲ τὰ ὑποδήματα – πλὴν τοῦ ἀριστεροῦ.

Καὶ τότε εὑρέθη εἰς τὴν προσφιλήν του νῆσον τῶν παιδικῶν του χρόνων μὲ τὰ ῥόδιν᾿ ἀκρογιάλια, τὰς ἁλκυονίδας ἡμέρας, τὰς χλοϊζούσας πλαγιάς, μὲ τὰ κρίταμα, τὴν κάππαριν καὶ τὰς ἁρμυρήθρας τῶν παραθαλασσίων βράχων καὶ μὲ τοὺς ἁπλοὺς παλαιοὺς ἀνθρώπους, θαλασσοδαρμένους ἢ ναυαγούς, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.

Καὶ ἦλθεν ὁ Χριστὸς μὲ τὸ τεθλιμμένον πρόσωπον, ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα μὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον Βρέφος της, ὁ Ἅγιος Στυλιανός, ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων, ἡ Ἁγία Βαρβάρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας, ὁ ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύμιος καὶ Σάββας μὲ τὰς γενειάδας καὶ τὰ κομβοσχοίνια των· καὶ ἦλθε καὶ ὁ ὅσιος Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοψ, «ἄνθρωπος τὴν ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν», ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας τὸ μικρόν της ληκύθιον, τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν μαγγανειῶν καὶ ἐπῳδῶν, ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος, ἡ Ἁγία Μαρίνα καὶ εἶτα ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος μὲ τὰ χαντζάριά των, μὲ τὰς ἀσπίδας καὶ τοὺς θώρακάς των – ὁλόκληρον τὸ Τέμπλον τοῦ παρεκκλησίου τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τὸν μαστιζόμενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας καὶ λικνιζόμενον ἀπὸ τὸ πολυτάραχον καὶ πολυρροιβδον κῦμα...

Φέγγος ἐαρινὸν καὶ θαλπωρὴ διεχύθησαν ἐντὸς τοῦ ὑγροῦ δωματίου καὶ ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος λησμονήσας τὸν κάλον του ἀνεσηκώθη νὰ φορέσει καὶ τὸ ἀριστερόν του ὑπόδημα διὰ ν᾿ ἀσπασθεῖ εὐλαβῶς τοὺς πόδας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγίων.

Ἀλλ᾿ ἡ ὀπτασία ἐξηφανίσθη καὶ ἰδοὺ εὑρέθη εἰς τὸν Ἅη-Γιάννην τὸν Κρυφόν, ποὺ ἐγιάτρευε τοὺς κρυφοὺς πόνους κι ἐδέχετο τὴν ἐξαγόρευσιν τῶν κρυφῶν ἁμαρτιῶν. Πλῆθος πιστῶν εἶχεν ἀνέλθει ἀπὸ τὴν πολίχνην, ζωντανοὶ καὶ συγχωρεμένοι, νὰ παρακολουθήσουν τὴν Λειτουργίαν, τὴν ὁποία ἐτέλει ὁ παπα-Μπεφάνης βοηθούμενος ἀπὸ τὸν μπάρμπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην.

Κατὰ περίεργον ἀντινομίαν τῶν στοιχείων, ἦτο καλοκαῖρι κι ἡ Λειτουργία εἶχε τελειώσει καὶ ἦτον δὲν ἦτον τρίτη πρωϊνή, ὅτε ἡ ἀμφιλύκη ἤρχισε νὰ ῥοδίζει εἰς τὸν ἀντικρυνὸν ζυγὸν τοῦ βουνοῦ.

Ὅλοι γείτονες, λάλοι καὶ φωνασκοί, ἐκάθηντο κατὰ γὴς πέριξ ἐστρωμένης καθαρᾶς ὀθόνης. Τέσσερ᾿ ἀρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, ἀστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστὰ τῆς λίμνης, αὐγοτάραχον καὶ ἐγχέλεις ἁλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια καὶ μῆλα – ὅλα τὰ καλούδια, προϊόντα της μικρῆς καὶ ὡραίας νήσου, περιέμενον τοὺς συνδαιτυμόνας.

– Καλῶς ὥρισες κυρ-Ἀλέξαντρε, κάτσε κ᾿ ἡ ἀφεντιά σου, τοῦ εἶπεν ἡ θεία ἡ Ἀμέρσα.

Ἀλλὰ τί βλέπει γύρω του; Ὅλους τοὺς ἥρωας καὶ τὰς ἡρωίδας τῶν Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Ἐκεῖ ἦτον ἡ θεία-Ἀχτίτσα, φοροῦσα καινουργῆ μανδήλαν καὶ νέα πέδιλα, ἐπιδεικνύουσα μετ᾿ εὐγνωμοσύνης τὸ συνάλλαγμα τῶν δέκα λιρῶν, τὸ ὁποῖον μόλις ἔλαβε ἀπὸ τὸν ξενητευμένον εἰς τὴν Ἀμερικὴν υἱόν της. Δίπλα της ἐκάθητο κι ὁ Γιάννης ὁ Παλούκας, ὁ προσποιηθεὶς τὸν Καλλικάντζαρον τὴν Παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων καὶ ληστεύσας τὸν Ἀγγελῆν, τὸν Νάσον, τὸν Τάσον - ὅλα τὰ παιδία τὰ ὁποῖα κατήρχοντο ἀπὸ τὴν Ἐπάνω ἐνορίαν, ἀφοῦ εἶχαν ψάλει τὰ Κάλανδα. Ἐσηκώθη καὶ παρέδωσεν εἰς τὸν κυρ-Ἀλέξανδρον τὰς κλεμμένας πεντάρας -δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύσῃ καὶ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιὰν (συχωρεμένος ἂς εἶναι!).

Ἰδοὺ κι ὁ Μπαρμπ᾿ Ἀλέξης, ὁ Καλοσκαιρῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοῦ πορθμείου τοῦ Χάροντος διὰ νὰ πηδήσει εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· εἶχε τὸ ἰδικόν του, ὑπόσαθρον πλοιάριον, αὐτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ἦτον κι ὁ σύντροφός του ὁ Γιάννης ὁ Πανταρώτας ὁ ναυτολογημένος ὡς Ἰωαννίδης καὶ διατελῶν ἐν διαρκεῖ ἀπουσίᾳ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας.

– Νὰ φροντίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ Πανταρώτας, νὰ πάρω τὴν σύνταξή μου!

Καὶ λησμονῶν τὴν ἱερότητα τῆς στιγμῆς ἐμούντζωσε τὸ κενὸν συνοδεύων τὴν ἄσεμνον χειρονομίαν μὲ τὴν ἀσεμνοτέραν βλασφημίαν:

– Ὅρσε, κουβέρνο!

Ἐκεῖ ἦτον κι ὁ Μπαρμπα-Διόμας, εὐτυχὴς διότι ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὸ ναυάγιον καὶ ἐρρόφησεν ἀπνευστὶ ἐπὶ τοῦ διασώσαντος αὐτὸν τρεχαντηρίου ὁλόκληρον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου διὰ νὰ συνέλθει – ὢ πενιχρά, ἀλλ᾿ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!

Ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔτρεξε νὰ τοῦ σφίξη τὴν χεῖρα καὶ ὁ βοσκὸς ὁ Στάθ᾿ς τοῦ Μπόζα, τοῦ ὁποίου δύο αἶγες εἶχον βραχωθῆ εἰς τὸν κρημνὸν ὑπεράνω της ἀβύσσου, ὅπου ἔχαινεν ὁ πόντος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ σωθοῦν, ἂν δὲν τὸν κατεβίβαζαν διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς του.

– Τὴν Ψαρὴ τὴν ἔχω τάξει ἀσημένια στὴν Παναγιά. Τὴ Στέρφα (τὴν ἄλλην αἶγα) θὰ τὴν σφάξω γιὰ σένα, νὰ τὴν φᾶμε.

Καὶ ἡ Ἀσημίνα τοῦ μαστρο-Στεφανῆ τοῦ βαρελᾶ, μὲ τὰς τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τὴ Ῥοδαυγή, τὴν Ἑλένη, τὴ Μαργαρὼ καὶ τὴν Ἀφέντρα, ἡ Ἀσημίνα, ποὺ τὴν μίαν ἡμέραν ἑώρτασε τοὺς γάμους τῆς Ἀφέντρας μὲ τὸν Γρηγόρη τῆς Μονεβασᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπένθησεν τὸν θάνατον τοῦ υἱοῦ της τοῦ Θανάση.

Τέλος, ὤ! τῆς ἐκπλήξεως, ἐνεφανίσθη καὶ ὁ ἕτερος ἐαυτός του, ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδημούλης, ὁ πτωχαλαζών, ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἔργα μὴ κοινῶς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!

Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος ἠσθάνθη τύψεις, ὅτι ἔπλασεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ τόσον δυστυχεῖς καὶ ταπεινοὺς ἢ τόσον ἁμαρτωλοὺς (οὐδεὶς ἀναμάρτητος!) καὶ τὸν ἑαυτόν του τόσον ἐπηρμένον!...

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸν διέκοψεν ἡ ὀκταόκαδος τσότρα, ἡ περιφερομένη ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα. Δὲν ἐπρόλαβε νὰ τὴν ἐναγκαλισθῇ καὶ ἤχησαν τὰ λαλούμενα (βιολιτζῆδες ντόπιοι καὶ τουρκόγυφτοι μὲ κλαρινέτα) καὶ ... ἐξύπνησεν.

Ποτὲ ὁ κοσμοκαλόγηρος κυρ-Ἀλέξανδρος δὲν ἐξύπνησε τόσον χορτάτος, ὅσον ἐκείνην τὴν ἁγίαν ἡμέραν, ὁ νῆστις τοῦ Σαρανταημέρου καὶ ὁ νῆστις ὅλης της ζωῆς του! – ζωὴν νὰ ἔχει!

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Θέλουμε πίσω την Αθήνα που λεηλατήσατε...

Εμείς επιμένουμε στη ζωή και στις εικόνες της παλιάς (όχι και τόσο) Αθήνας που κάποτε γνωρίσαμε, έδω γεννηθήκαμε άλλωστε...

Αυτήν την Αθήνα θέλουμε πίσω!

Εικόνες στο κέντρο για γέλια & για κλάματα
του Κώστα Μπετινάκη
Ηλεκτρονική εφημερίδα ΣΤΥΞ

Αφιερωμένο εξαιρετικά στον πρωθυπουργό, τον υπουργό Οικονομίας, τον υπουργό προστασίας του Πολίτη, καλωσορίζουμε και τον φίλο των μεταναστών νέο δήμαρχο που ψήφισαν οι Αθηναίοι του εμπορικού κέντρου και της πλατείας του Αγίου Παντελεήμονα. Και μη χειρότερα.

Παρασκευή απόγευμα στο κέντρο της Αθήνας.

Εικόνα πρώτη: Στην έξοδο του Μετρό στην Ακαδημία, δεν μπορείς να βγεις καλά-καλά και πέφτεις επάνω στο απλωμένο «εμπόρευμα» δεκάδων μεταναστών, στο πεζοδρόμιο.

Εικόνα δεύτερη: Μπροστά στο προαύλιο χώρο του Πανεπιστήμιου. Μια αυτοσχέδια παράγκα από νάυλον και μπροστά της να είναι κρεμασμένο ένα τεράστιο πανό: «ΑΣΥΛΟ και στέγη στους Μετανάστες».

Εικόνα Τρίτη. Η μάλλον επαναλαμβανόμενη κινηματογραφική ταινία κάτι σα λούπα: Σάββατο μεσημεράκι, στην πλατεία Καπνικαρεάς, δεκάδες μετανάστες έχουν απλώσει στον πεζόδρομο κυκλικά το εμπόρευμά τους, πάνω σε λινάτσες. Οι θαμώνες των γύρω καφέ, παρακολουθούν κάθε τόσο –θα έγινε και δέκα-δεκαπέντε φορές μέσα σε κανα-δυό ώρες που βρέθηκα κι εγώ εκεί- ένα κωμικοτραγικό σκετς τους παράλογου της εποχής μας:

Ένα από τα περάσματα του μαύρου καραβανιού Ξαφνικά οι δεκάδες μετανάστες μαζεύουν την πραμάτια τους φορτώνουν τις λινάτσες σα μπόγο στον ώμο και φεύγουν διασχίζοντας σα καραβάνι την Καπνικαρέας προς την Μητροπόλεως. Με κανονικό βήμα και στρίβουν προς Μοναστηράκι. Μετά από δύο λεπτά, στρίβει από την Ερμού, με κανονικό βήμα περίπολο της ΕΛΑΣ. Δύο λεβέντες και δύο κοπελιές με αυστηρό ύφος. Φτάνουν ως τη γωνία Μητροπόλεως κάθονται μερικά λεπτά εκεί και μετά επιστρέφουν παίρνοντας την αντίστροφη διαδρομή. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δεν έχουν καλά-καλά απομακρυνθεί 50 μέτρα στην Ερμού με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, και οι λινάτσες των μεταναστών έχουν απλωθεί πάλι στην πλατεία Καπνικαρέας. Μετά από δέκα λεπτά, στην Καπνικαρέας εμφανίζεται πάλι το καραβάνι των μεταναστών με βιαστικό βήμα, και στρίβει πάλι προς το Μοναστηράκι. Ακολουθεί, το περίπολο της ΕΛΑΣ. Ξανά και ξανά το ίδιο.
Αν η περιγραφή γινόταν σε μία αράδα, θα έβαζα ομοιωματικά για τουλάχιστον δεκαπέντε αράδες. Τόσες φορές τουλάχιστον επαναλήφθηκε το ίδιο περιστατικό. Οι τουρίστες που περνούσαν έπαιρναν βίντεο. Οι θαμώνες στα τραπεζάκια των καφέ παρακολουθούσαν το θέαμα.
Μια συνηθισμένη ιστορία πια. Που κανέναν δεν φαίνεται να ενδιαφέρει.
Μόνο ίσως τους εναπομείναντες καταστηματάρχες, που βλέπουν μπροστά στις βιτρίνες τους να απλώνονται εμπορεύματα παρόμοια μ’ εκείνα που εκείνοι για να πουλήσουν πληρώνουν νοίκι, ΦΠΑ, υπαλλήλους…
κόνες που κάθε άλλο παρά μας κολακεύουν. Εντυπώσεις που κάθε άλλο παρά κολακεύουν την αστυνομία. Μια κατάσταση που έχει προκαλέσει αγανάκτηση στους μαγαζάτορες των κεντρικών δρόμων της Αθήνας.

Ρώτησα φίλο μου τελωνιακό πως περνούν αυτά τα εμπορεύματα-μαϊμούδες στη χώρα και πήρα την αποστομωτική απάντηση. Μας τα στέλνουν μέσω Αμβούργου. Περνούν κανονικά μέσα σε εμπορευματοκιβώτια που έχουν «ελεγχθεί» σε γερμανικά ή ιταλικά τελωνεία… Για να μην πιστεύουμε πως οι τελωνιακοί του εξωτερικού δεν λαδώνονται. ‘Η το γερμανικό δημόσιο δεν γνωρίζει τι συμβαίνει….

Μας στέλνουν τους λαθρομετανάστες μέσω Τουρκίας, και λαθραία εμπορεύματα μέσω Ευρωπαϊκή Ένωσης και εμείς πληρώνουμε τα δάνεια στην τρόϊκα, από το υστέρημά μας…

Ευτυχώς που ο Χαρδαβέλας βρήκε πετρέλα ια, και έδωσε την ευκαιρία στον ανεκδιήγητο πρωθυπουργό να μας καθησυχάσει ότι
# όταν με το καλό συσταθεί η επιτροπή που θα εξετάσει το ζήτημα,
# όταν οριστεί η Αποκλειστική Οικονομική μας Ζώνη (που χρόνια τώρα μας παρακαλάνε από την Κύπρο)
# όταν με το καλό βρεθεί η εταιρία που θα κερδίσει δις από τα ελληνικά υποθαλάσσια κοιτάσματα,
# όταν γίνουμε Αμπού Ντάμπι, ΔΕΝ θα τα μοιραστούμε με τους Τούρκους.

Αισθάνθηκα μονοφαγάς, αλλά πλούσιος.