Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Η πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη...

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΥΡΟΥ - ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

Η πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη...

Καλό μήνα...

Ακολουθεί το τελευταίο άρθρο του Χρήστου Γιανναρά...

Τα τρία σημάδια παλιγγενεσίας

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31-7-2011

Tου Χρήστου Γιανναρά

Aμέσως μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον λιμό της κατοχής και την πολυαίμακτη κομμουνιστική ανταρσία, οι πρώτοι «τουρίστες» που έφτασαν μαζικά στη συφοριασμένη Ελλάδα ήταν Ελληνοαμερικανοί. Ερχονταν να ξαναβρούν όσους συγγενείς επέζησαν, να μετρήσουν νεκρούς, να κομίσουν όποια ιδιωτική βοήθεια ήταν μπορετό, κυρίως σε ρουχισμό.

Πρέπει αυτές οι επισκέψεις να έγιναν αισθητές στην ελλαδική κοινωνία, ήταν εκτεταμένο φαινόμενο. Ο Ελληνοαμερικανός συγγενής αποτέλεσε αξιοπερίεργη παρουσία, σχολιάστηκε, κρίθηκε, ταξινομήθηκε: Η αμερικανίζουσα προφορά των ελληνικών, η διάνθισή τους με ελληνοποιημένες αμερικάνικες λέξεις, οι περίεργες αμφιέσεις, οι συνεχείς συγκρίσεις του αμερικανικού με τον ελληνικό τρόπο του βίου, μαζί και μια αφέλεια εμπιστοσύνης τις ανθρώπινες σχέσεις (σε αντίθεση με την οξυμμένη πάντοτε καχυποψία των Ελλαδιτών), όλα αυτά μαζί, συγκροτούσαν τον τύπο που χαρακτηρίστηκε σκωπτικά: ο «μπρούκλης» (προφανώς από τον κάτοικο του Brooklyn) ή «το αμερικανάκι».

Η ελλαδική κοινωνία έβγαινε τότε από μια συντελεσμένη καταστροφή, η χώρα ήταν ερειπωμένη, πάρα πολλά χωριά εγκαταλελειμμένα, στέρηση και φτώχεια απροσμέτρητη, η ανασφάλεια κυρίαρχο αίσθημα. Κι όμως ο Ελλαδίτης έβλεπε τον φανταχτερό σε όλα του «μπρούκλη» με συμπάθεια αλλά αφ' υψηλού. Δεν παραδόθηκε με κεχηνότα θαυμασμό στο «μοδέρνο» και στο φανταχτερό, στάθηκε όχι απλώς κριτικά, αλλά και με σκώμμα, που σημαίνει: με κάποια συναίσθηση υπεροχής.

Ειρωνεύτηκαν και σατίρισαν οι Ελλαδίτες την αισθητική των Ελληνοαμερικανών και τη γλωσσική τους υποβάθμιση. Δεν μπορούσαν, τότε, να μην περιγελάσουν (διακριτικά ή εκ των υστέρων) το θέαμα ενήλικου άνδρα με πολύχρωμα σορτς και λουλουδάτο πουκαμισάκι ή της ώριμης γυναίκας με ξέχειλα από μαραμένες σάρκες εξώπλατα φορέματα και πελώρια ντεκολτέ. «Σνόμπαρε» αυτή την ανεμελιά για την αισθητική ο Ελλαδίτης, όπως τη σνομπάρει πάντοτε κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος, που ξέρει να ξεχωρίζει το τι του ταιριάζει από το τι ομοιότροπα επιβάλλει η μόδα. Καθόλου τυχαία ο αισθητικός εκβαρβαρισμός της αμφίεσσης στις ΗΠΑ συμβαδίζει με τα τεράστια ποσοστά παχυσαρκίας του πληθυσμού και τα ανάλογα ποσοστά των «λειτουργικώς αναλφαβήτων».

Λειτούργησε επίσης τότε, ως αφορμή αφ' υψηλού θεώρησης των «μπρούκληδων», η κακή γλωσσική τους εκφραστική: γελούσαν οι Ελλαδίτες με τα γραμματικά και συντακτικά λάθη στη γλώσσα τους. Καταστραμμένοι, ρημαγμένοι, ζώντας με μεγάλες στερήσεις, επέμεναν να αξιολογούν τους ανθρώπους από τη γλώσσα που μιλούσαν, όχι από τα λεφτά τους, όχι από τις χρυσές καδένες. Ο Μποστ, ιδιοφυής σκιτσογράφος, κατάκτησε την ελλαδική κοινωνία ποντάροντας ακριβώς στη γραμματική και συντακτική ευαισθησία (και κατάρτιση) των Ελλήνων - σήμερα κανένας δεν θα γελούσε με το καυστικό του χιούμορ, αφού το στραπατσάρισμα της γλώσσας που χαρακτήριζε άλλοτε τους απαίδευτους και τους ολιγόνοες είναι σήμερα γνώρισμα υπουργών και πρωθυπουργών.

Είναι συναρπαστικό να μελετήσει κανείς την παραλληλία γλωσσικής ευαισθησίας (ακόμα και άσχετης από σχολική φοίτηση και σπουδές) με τις αισθητικές απαιτήσεις στην ένδυση, σε προγενέστερα χρόνια. Να μελετήσει κυρίως το πώς προσέλαβαν το δυτικό ένδυμα οι Ελληνες στο ελλαδικό κράτος και πώς οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους. Γιατί κάποτε η Ελληνίδα της Αλεξάνδρειας, της Σμύρνης, της Οδησσού, της Τραπεζούντας φορούσε τη μακριά τουαλέτα με την τέλεια άνεση της οποιασδήποτε Ευρωπαίας, ενώ η Ελλαδίτισσα που πρωτόβαλε τέτοιο φόρεμα στο Μπρούκλιν ή στο Σικάγο έμοιαζε αμέσως να μιμείται κάτι ξένο και γι' αυτό να μοιάζει κωμική. Το ίδιο και ο άντρας με το φράκο ή το σμόκιν.

Το μυστικό πρέπει να ήταν ότι οι Ελληνες οι εκτός ελλαδικού κράτους ένιωθαν περήφανοι για την ελληνικότητά τους, ζούσαν την ελληνικότητα ως πολιτισμική υπεροχή, ως ποιότητα ζωής. Με αυτή τη βιωματική σιγουριά είχαν την αυτονόητη άνεση να προσλαμβάνουν οτιδήποτε καινούργιο που το εύρισκαν ταιριαχτό με τα γούστα τους, να το αφομοιώνουν στον «αέρα» της ευγενικής τους καταγωγής. Αυτή τη στάση πρέπει να υπονοούσε ο Γιάννης Τσαρούχης όταν έλεγε: «Για να είσαι κοσμοπολίτης, πρέπει πρώτα να είσαι Ελληνας».

Η επίσημη ιδεολογία του «εθνικού» κράτους (τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην πολιτική πρακτική - στη συγκρότηση των θεσμών και στη λειτουργία τους) ήταν πάντοτε στους αντίποδες της κοσμοπολίτικης αρχοντιάς: Το κράτος προϋπέθετε την Ελλάδα βαλκανική επαρχία της Ευρώπης, που για να εκπολιτιστεί και εκσυγχρονιστεί, όφειλε να μιμηθεί (όχι να προσλάβει) τη Δύση. «Πρόοδος» ήταν η αντιγραφή, ο πιθηκισμός από μειονεξία ή ξιπασιά, που καθηλώνει στον ρόλο του ουραγού, στο ρίσκο της παρωδίας, της καρικατούρας - τον «μπρούκλη» τον γέννησε το ελλαδικό κράτος, όχι η αμερικανική κοινωνία.

Το κακοφορεμένο φράκο συνοδεύτηκε στην κρατική Ελλάδα από δάνειες αντιλήψεις για τη γλώσσα (κοραϊκή «καθαρεύουσα» και ψυχαρική «δημοτική») και από επαχθή δάνεια χρηματικά που κράτησαν τους Ελλαδίτες πάντοτε υποτελείς των «φίλων» και «συμμάχων» τους Ευρωπαίων. Τι σύμπτωση, που ο εκπασοκισμός της ελλαδικής κοινωνίας, τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια, αναζωπύρωσε εντυπωσιακά το ίδιο τριπλό σύμπτωμα: Κατάστρεψε, σε βαθμό αναπηρίας, τη νεοελληνική γλώσσα και έκφραση. Προπαγάνδισε την «ανεμελιά» στην αμφίεση βυθίζοντας μεγάλες πληθυσμικές ομάδες σε ενδυματολογική ακαλαισθησία, την πιο επιδεικτική που γνώρισε ποτέ αυτός ο τόπος. Και καταδίκασε το κράτος σε ανήκεστη οικονομική υποτέλεια, για το υπόλοιπο του αιώνα, λόγω εξωφρενικού δανεισμού με τους πιο ταπεινωτικούς όρους.

Συμπέρασμα: Αν υπάρξει ποτέ πολιτική παράταξη με συνεπή και προγραμματικό αντι-πασοκισμό, θα το αντιληφθούμε από τρία σημάδια: Θα έχει πρώτη προτεραιότητα, τη γλώσσα. Η εξωτερική εμφάνιση των μπροστάρηδων θα απηχεί την αρχοντιά της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, αυτήν που μεταγγίζεται με το γάλα της μάνας. Και τρίτο, θα συνεγείρει τους Ελληνες σε αγώνα απεξάρτησης από τον πατριδοκτόνο δανεισμό.

Αυτά τα τρία.

-----------------------------------------------

Η πατρίδα μου τόσο όμορφη και χαμένη...

Oh mia patria, si bella e perduta...

Va pensiero, από την όπερα του Βέρντι Ναμπούκο.

-----------------------------------------------

Στις 12 Μαρτίου, η Ιταλία γιόρταζε τα 150 χρόνια από την ίδρυσή της και με αυτή την ευκαιρία, στην όπερα της Ρώμης, δόθηκε μια παράσταση όπερας, της πιο συμβολικής αυτής της ενοποίησης: Nabucco του Giuseppe Verdi υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti.
Το έργο Nabucco του Verdi είναι ένα έργο τόσο μουσικό όσο και πολιτικό: αφορά την ιστορία της σκλαβιάς των Εβραίων στη Βαβυλώνα, και η περίφημη άρια «Va pensiero» τραγουδιέται από τους καταπιεσμένους σκλάβους. Στην Ιταλία, το τραγούδι αυτό είναι το σύμβολο της αναζήτησης της ελευθερίας του λαού, ο οποίος στα 1840 – όταν και γράφτηκε η όπερα - ήταν καταπιεσμένος από την αυτοκρατορία των Αψβούργων, και πάλευε μέχρι τη δημιουργία της ενωμένης Ιταλίας.
Πριν αρχίσει η συναυλία, ο Gianni Alemanno, δήμαρχος της Ρώμης, ανέβηκε στη σκηνή για να καταγγείλει τις μειώσεις της κυβέρνησης στον προϋπολογισμό για τον πολιτισμό. Και αυτό, ενώ ο Alemanno είναι μέλος του κυβερνώντος κόμματος και πρώην υπουργός του Berlusconi.
Αυτή η πολιτική παρέμβαση, σε μια πολιτιστική στιγμή από τις πιο συμβολικές για την Ιταλία, θα προκαλέσει ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα, ιδίως τη στιγμή που ο ίδιος ο Berlusconi ήταν παρών στη συναυλία.
Όπως δήλωσε στους Times o Ricardo Muti, διευθυντής της ορχήστρας, «…ήταν μια βραδιά αληθινής επανάστασης».
«Στην αρχή, υπήρχε ένα μεγάλο χειροκρότημα από το κοινό. Στη συνέχεια ξεκινήσαμε τη συναυλία. Όλα πήγαιναν πολύ καλά, αλλά όταν φτάσαμε στο σημείο του Va pensiero, αισθάνθηκα αμέσως ότι η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη στο κοινό. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείτε να περιγράψετε, αλλά που τα αισθάνεστε. Πριν, υπερίσχυε η σιωπή του κοινού. Τη στιγμή όμως που το κοινό κατάλαβε ότι θα ξεκινούσε το Va pensiero, η σιωπή γέμισε από μια πραγματική θέρμη. Μπορούσαμε να αισθανθούμε τη σπλαχνική αντίδραση του κοινού στο θρήνο των σκλάβων που τραγουδούνε « Oh ma patrie, si belle et perdue!». (Ω πατρίδα μου, τόσο όμορφη και χαμένη)
Ενώ η χορωδία έφτανε στο τέλος, στο κοινό κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να φωνάζουν «Bis». Το κοινό άρχισε να φωνάζει «Vive l’Italie!» και «Vive Verdi!».

Αν και το είχε κάνει για μία και μοναδική φορά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1986, ο Muti δίσταζε να κάνει ένα bis για το Va pensiero. Για αυτόν, μία όπερα πρέπει να πηγαίνει από την αρχή ως το τέλος. «Δεν ήθελα να παίξουν απλά ένα encore. Θα έπρεπε να υπάρχει μια ιδιαίτερη πρόθεση».
Όμως στο κοινό είχε ήδη ξυπνήσει το πατριωτικό συναίσθημα. Με μία θεατρική κίνηση, ο διευθυντής της ορχήστρας γύρισε τελικά την πλάτη στο podium, κοιτάζοντας το κοινό και τον Berlusconi, και είπε τα εξής:

«Ναι συμφωνώ με αυτό «Ζήτω η Ιταλία» αλλά (χειροκροτήματα) «δεν είμαι πια 30 ετών και έχω ζήσει τη ζωή μου, όμως σαν ένας Ιταλός που έχει γυρίσει τον κόσμο, ντρέπομαι για όσα συμβαίνουν στη χώρα μου. Για αυτό συναινώ με το αίτημά σας για bis για το Va pensiero. Δεν είναι μόνο για την πατριωτική χαρά που αισθάνομαι, αλλά γιατί απόψε, και ενώ διεύθυνα τη χορωδία που τραγουδούσε «Ω πατρίδα μου, όμορφη και χαμένη» σκέφτηκα ότι αν συνεχίσουμε έτσι, θα σκοτώσουμε τον πολιτισμό πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η ιστορία της Ιταλίας. Και σε αυτή την περίπτωση, εμείς, η πατρίδα μας, θα είναι πραγματικά «όμορφη και χαμένη». [Επευφημίες, συμπεριλαμβανομένων και των καλλιτεχνών πάνω στη σκηνή]
«Θα ήθελα τώρα… πρέπει να δώσουμε νόημα σε αυτό το τραγούδι. Αφού είμαστε στο Σπίτι μας, το θέατρο της πρωτεύουσας, και με μία χορωδία που τραγούδησε περίφημα, και που συνοδεύεται περίφημα, αν θέλετε, σας προτείνω να ενωθείτε μαζί μας και να τραγουδήσουμε όλοι μαζί».



Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Μουσική & ζωγραφική...

Στους ήχους της μουσικής...

Στον παλμό των χρωμάτων & της ζωγραφικής...


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα II, λάδι σε καμβά


Σαν σήμερα, το 1882, γεννήθηκε ο συνθέτης Ιγκορ Φιόντοροβιτς Στραβίνσκι. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Στραβίνσκι ερωτήθηκε από ένα φρουρό των γαλλικών συνόρων τι επαγγελλόταν. «Είμαι εφευρέτης μουσικής» απάντησε. Η απάντηση ήταν χαρακτηριστική του ρώσου συνθέτη: πεζή, βέβαιη και διόλου ρομαντική. Ο Στραβίνσκι επίσης αρνούνταν επίμονα πως η έμπνευση ενός συνθέτη προέρχεται από κάποια θεϊκή παρέμβαση ­ η δική του έμπνευση προερχόταν από τις ανάγκες των επόμενων αναθέσεών του.

Της Νίνας-Μαρίας Πασχαλίδου από το Βήμα.

Με την ιδιόρρυθμη γοητεία του ο Στραβίνσκι προξενούσε έκπληξη και περιέργεια στον περίγυρό του. Οι αντιθέσεις του προκαλούσαν δέος. Παρ' όλη τη νευρικότητά του η ικανότητά του να ελκύει τους γύρω του ήταν χαρισματική. Είχε πολλούς φίλους αλλά και κόλακες, οι βασικοί του φίλοι υπήρξαν οι συνθέτες Κλοντ Ντεμπυσί και Μορίς Ραβέλ, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Βασλάβ Νιζίνσκι και ο Ζαν Κοκτό. Ο Στραβίνσκι στη ζωή του μετακινήθηκε πολύ, από τη Ρωσία όπου ζούσε ως το 1914 στην Ελβετία (1914-1920), ύστερα στη Γαλλία (1920-1939) και τέλος στις Ηνωμένες Πολιτείες (1939 ως τον θάνατό του). Σύμφωνα με τον ίδιο, σε κανένα από αυτά τα σπίτια δεν μπορούσε να ησυχάσει τη νύχτα αν δεν έκαιγε ένα φως έξω από την πόρτα του. Με αυτόν τον τρόπο τον έπαιρνε ο ύπνος στην Αγία Πετρούπολη, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια.

Ο Ιγκορ Στραβίνσκι γεννήθηκε το 1882 στο Οράνιενμπαουμ, κοντά στην Πετρούπολη. Ηταν ο τρίτος από του τέσσερις γιους των Αννα Κολοντόφσκι και Φιόντορ Ιγκνιάτιεβιτς Στραβίνσκι. Ο πατέρας του ήταν η κύρια μπάσα φωνή της Αυτοκρατορικής Οπερας της Αγίας Πετρούπολης. Η μουσική μόρφωση του Στραβίνσκι ξεκίνησε στο πλευρό του μεγάλου ρώσου συνθέτη Νικολάι Ρίμσκι Κόρσακοφ. Κάτω από την επίβλεψή του ο νεαρός συνθέτης συνέθεσε τα πρώτα του ορχηστικά κομμάτια, μια συμφωνία και μια σουίτα.

Το 1908 ο Στραβίνσκι ταχυδρόμησε στον δάσκαλό του την παρτιτούρα ενός καινούργιου ορχηστικού κομματιού, τα «Πυροτεχνήματα». Το πακέτο επιστράφηκε στον αποστολέα συνοδευόμενο από ένα σημείωμα. «Δεν παραδόθηκε λόγω θανάτου του αποδέκτη». Η επίσημη εκπαίδευση του συνθέτη είχε λάβει τέλος.

Ανάμεσα στις πρώτες συνθέσεις του Στραβίνσκι, γραμμένες κάτω από το βλέμμα του μοναδικού του δασκάλου, και τις συνθέσεις ενός ώριμου άνδρα μεσολάβησαν περίπου εκατό δημιουργίες: συμφωνίες, κοντσέρτα, κομμάτια δωματίου, τραγούδια, σονάτες πιάνου, όπερες και κυρίως μπαλέτα. Η επιρροή αυτών των δημιουργιών ήταν εμβριθής. Αμέσως μετά τον χαμό του δασκάλου του ο Ιγκορ Στραβίνσκι στράφηκε προς τη μουσική ψυχοσύνθεση των γάλλων ιμπρεσιονιστών Κλοντ Ντεμπυσί και Μορίς Ραβέλ, ενώ παράλληλα διατήρησε την εθνικιστική του αντίληψη. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα μουσικά κομμάτια «Πυροτεχνήματα», «Ο Φαύνος και η Βοσκοπούλα» και το μπαλέτο «Πουλί της Φωτιάς».

Η πρωτοτυπία του έργου «Πουλί της Φωτιάς», ως προς τα νέα μουσικά του στοιχεία που έδιναν έμφαση στους ανόμοιους και στακάτους ήχους, οδήγησε σε δύο νέες συνθέσεις για τα ρωσικά μπαλέτα Ντιάγκιλεφ, το μπαλέτο «Πετρούσκα» και το μπαλέτο «Ιεροτελεστία της Ανοιξης», τα οποία αποτέλεσαν ορόσημα της μουσικής του 20ού αιώνα. Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Στραβίνσκι συνέθεσε την «Ιστορία του Στρατιώτη» και το «Τανγκό». Μεταξύ των δύο μεγάλων πολέμων, ο Ιγκορ Στραβίνσκι υπήρξε ο πιο σημαντικός μοντέρνος συνθέτης, κυρίως στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες.