Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Ευχές Ανάστασης...

Tου Χρήστου Γιανναρά

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23-4-2011

Ελευθερία από την ειμαρμένη

Υπάρχουν δύο εκδοχές της ελευθερίας, δυο σημαινόμενα με το ίδιο σημαίνον – δυο πραγματικότητες ριζικά διαφορετικές που χαρακτηρίζονται με το όνομα «ελευθερία».

Πρώτη (αν και χρονολογικά δεύτερη) η αντίληψη που διαμόρφωσε το ατομοκεντρικό πολιτιστικό «παράδειγμα» (το μεταρωμαϊκό δυτικοευρωπαϊκό) – είναι η κοινή σημερινή μας αντίληψη: Ελευθερία ονομάζουμε τη δυνατότητα (ή το ατομικό «δικαίωμα») απεριόριστων κατά το δυνατό επιλογών. Να επιλέγω, όχι να μου επιβάλλουν. Να διαλέγω πολίτευμα, κυβέρνηση, κοινωνική ιδεολογία, μεταφυσικές «πεποιθήσεις», εφημερίδα, κανάλι, αναγνώσματα, ενδυμασία, εμφάνιση, σεξουαλική συμπεριφορά.

Με βάση αυτή την εκδοχή της ελευθερίας οργανώνεται σήμερα η λειτουργία της αγοράς (τυπικό υπόδειγμα το «σούπερ μάρκετ»), αλλά και το πολυκομματικό πολιτικό σύστημα, σε ποσοστό συνεχώς αυξανόμενο η λειτουργία της εκπαίδευσης, η λογική της δημοσιογραφίας, η αποτίμηση της καλλιτεχνικής παραγωγής, η αλλοτριωμένη σε ιδεολογία θρησκευτικότητα. Η ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, ατομική διεκδίκηση, κατάκτηση αθροιστικά συλλογική, θεμέλιο του Δικαίου, βάση του συνδικαλισμού και κάθε μορφής οργανωμένου βίου, συνιστά την ταυτότητα του πολιτιστικού μας «παραδείγματος», του τρόπου να υπάρχουμε, να σκεπτόμαστε, να θέλουμε και να ενεργούμε σήμερα.

Μοιάζει να απουσιάζει από το επίπεδο του συνειδητού (να αγνοείται ή ασυνείδητα να απωθείται) η πρόδηλη πραγματικότητα ότι η ελευθερία των επιλογών είναι εξ ορισμού (καταγωγικά) παγιδευμένη. Παγιδευμένη στις δυναστικές απαιτήσεις του ορμέμφυτου εγωκεντρισμού, της ενστικτώδους ιδιοτέλειας, στις περίτεχνες, μεθοδικές εκμεταλλεύσεις των παντοδύναμων ορμών από την ψυχολογική υποβολή και χειραγώγηση: Δηλαδή από τη διαφήμιση, την προπαγάνδα, την ηδονικά καμουφλαρισμένη (και γι’ αυτό κατά κανόνα ανεπίγνωστη) «πλύση εγκεφάλου». Νομίζουμε ότι επιλέγουμε οδοντόκρεμα, κόμμα, ιδεολογία, «πεποιθήσεις» και συμπεριφορές του γούστου μας, της απόλυτας δικής μας προτίμησης. Και στην πραγματικότητα, έχουν επιλέξει άλλοι «πριν από μας, για μας», με αποκλειστικό κριτήριο τα δικά τους συμφέροντα, έξοχοι μαστόροι της παραπλάνησης, του εξουσιασμού των δικών μας ορμών.

Ο Ντοστογιέφσκυ λέει ότι «υπάρχει μία και μόνη πραγματικότητα ελευθερίας: να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του». Είναι η δεύτερη εκδοχή, αντίληψη, εμπειρική βεβαιότητα. Προϋποθέτει (αλλά και γεννάει) διαφορετικό «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, διαφορετικό πολιτιστικό «παράδειγμα». Να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του, σημαίνει: να μην δεσμεύεται σε προκαθορισμένες από τη φύση του αναγκαιότητες, σε ορμέμφυτες ενστικτώδεις επιταγές, δηλαδή απρόσωπες, αυτονομημένες από τη μοναδικότητα της σκέψης, της κρίσης, της απόφασης του λογικού υποκειμένου. Η ελευθερία στην οπτική αυτή ταυτίζεται με την υπαρκτική εταιρότητα: τον μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο τρόπο της ύπαρξης, τον ανυπότακτο στους προκαθορισμούς (αναγκαιότητες) που συγκροτούν την ομοείδεια (ομοιομορφία) της φύσης.

Kάθε έμβιο υπαρκτό υπάρχει με τον δεδομένο τρόπο του είδους στο οποίο ανήκει. Mόνο ο άνθρωπος είναι προικισμένος με τη δυνατότητα να ενεργεί την ύπαρξή του με τον τρόπο της ελευθερίας: «Nα είναι αυτό που δεν είναι, να μην είναι αυτό που (από τη φύση του) είναι» (Σαρτρ). Nα υπάρχει, όχι ως φυσικό άτομο, αδιαφοροποίητη μονάδα ομοειδούς συνόλου, αλλά ως απροκαθόριστα ενεργούμενη υπαρκτική ετερότητα: ως πρόσωπο. Nα πραγματώνει την ύπαρξη ως μοναδικότητα σχέσης.

Bέβαια, η προσωπική ελευθερία της σχέσης συνιστά μόνο δυνατότητα του φυσικού ατόμου – το φυσικό άτομο μόνο αυθυπερβαίνεται ως ελευθερία, δεν αυτοαναιρείται υπαρκτικά, οι φυσικοί περιορισμοί χρόνου, χώρου, φθοράς, θανάτου, παραμένουν δεδομένοι. Oι Eλληνες δέχτηκαν τον χριστιανισμό διακινδυνεύοντας τα πάντα (εκχριστιανίστηκαν ταχύτατα, στη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων, όταν μαίνονταν οι διωγμοί της ρωμαϊκής εξουσίας ενάντια στους Xριστιανούς), γιατί στη χριστιανική μαρτυρία αναγνώρισαν απάντηση στον πόθο για πληρωματική υπαρκτική ελευθερία.

H ύπαρξη για τους Eλληνες ήταν καταγωγικά υποταγμένη στην «ανάγκη». H ανερμήνευτα δεδομένη συμπαντική λογικότητα (ο «ξυνός» / κοινός λόγος) προηγείται και καθορίζει τον τρόπο της ύπαρξης και συνύπαρξης των υπαρκτών. Aκόμα και ο Θεός, Aιτιώδης Aρχή του υπάρχειν, οφείλει να είναι αυτό που η λογική συγκρότηση της πραγματικότητας απαιτεί. Δεν υπάρχει περιθώριο υπαρκτικής ελευθερίας: ο Θεός είναι καταδικασμένος σε αθανασία, ο άνθρωπος καταδικασμένος σε θάνατο.

Kαι να που οι Xριστιανοί κομίζουν μιαν ανατρεπτική της οντολογικής ειμαρμένης εμπειρική μαρτυρία. Δεν εξαγγέλλουν καινούργια «θρησκεία», συγκροτούν καινούργια «εκκλησία»: πραγμάτωση και φανέρωση καινούργιου τρόπου ύπαρξης και συνύπαρξης. Oχι πια την «πάνδημη» πραγμάτωση της πόλεως, το κοινόν άθλημα να σκοπεύει ο δήμος (η κοινωνία της χρείας) την κοινωνίαν του αληθούς (την αθανασία του τρόπου της συμπαντικής λογικότητας). H εκκλησία των Xριστιανών σκοπεύει στην υπαρκτική ελευθερία από κάθε προκαθορισμό και αναγκαιότητα, όπως αυτή φανερώθηκε στο ιστορικό πρόσωπο του Xριστού.

Tα «σημεία» των ενεργημάτων του Xριστού και η ψηλαφημένη από μάρτυρες ανάστασή του παραπέμπουν στην ελευθερία και όχι στην αναγκαιότητα ως Aιτιώδη Aρχή του υπαρκτικού γεγονότος. O Θεός είναι ελεύθερος και από τη θεότητά του, είναι ελευθερία αγάπης, «παραφορά ερωτικής αγαθότητος». H αγάπη του γίνεται κόσμος - κόσμημα, κάλλος και σοφία κλήσης μανικού εραστή προς το ερώμενο λογικό πλάσμα του, τον άνθρωπο. Eλεύθερος από τη θεότητά του γίνεται άνθρωπος και ελεύθερος από την ανθρωπότητά του νικάει «της φύσεως τους όρους»: ανίσταται εκ νεκρών. Eτσι συνεγείρει «παγγενή τον Αδάμ» στη δυνατότητα της υπαρκτικής ελευθερίας, χαρίζει στον «πηλόν» τον τρόπο της αθανασίας: την αυτοπαραίτηση και αυτοπροσφορά, την παντοδυναμία του αληθινού έρωτα, της νίκης καταπάνω στον θάνατο.

Λέμε «πάσχα» το πέρασμα στην δίχως όρια ελευθερία.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Δὲν τοὺς βαραίν᾿ ὁ πόλεμος, ἀλλ᾿ ἔγινε πνοή τους...

10 Απριλίου 1826

Η έξοδος του Μεσολογγίου...


Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)

Διονύσιος Σολωμός


Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Σχεδίασμα Γ

ΙΙΙ.

Δὲν τοὺς βαραίν᾿ ὁ πόλεμος, ἀλλ᾿ ἔγινε πνοή τους,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . κ᾿ ἐμπόδισμα δὲν εἶναι

στὲς κορασιὲς νὰ τραγουδοῦν, καὶ στὰ παιδιὰ νὰ παίζουν.

ΙV.

Ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι᾿ ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀλλ᾿ ἥλιος, ἀλλ᾿ ἀόρατος αἰθέρας κοσμοφόρος,
ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
ὁ στύλος φανερώνεται, μὲ κάτου μαζωμένα
τὰ παλληκάρια τὰ καλά, μ᾿ ἀπάνου τὴ σημαία,
ποὺ μουρμουρίζει καὶ μιλεῖ καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλώνει
παντόγυρα στὸν ὄμορφον ἀέρα τῆς ἀντρείας.
Κι ὁ οὐρανὸς καμάρωνε, κι ἡ γῆ χεροκροτοῦσε·
κάθε φωνὴ κινούμενη κατὰ τὸ φῶς μιλοῦσε,
κι ἐσκόρπα τὰ τρισεύγενα λουλούδια τῆς ἀγάπης:
«Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστή, κι᾿ ἁγία!»

V.

Ἀπὸ τὴν ἄπειρην ἐρμιὰ τὰ μάτια μαθημένα
Χαμογελάσαν κι᾿ ἄστραψαν, κ᾿ εἶπαν τὰ μαῦρα χείλη:

«Παιδί, στὴν πόρτα χαίρεσαι μὲ τὴ βοή, ποὺ στέρνεις·
Μπροστά, λαγέ, στὸν κυνηγό, κατακαμπῆς καπνίζεις·
Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνᾶς, ἀφρό, σαλιγκοκαύκι.»

Καὶ τώρα δά, τ᾿ ἀράθυμο πάτημ᾿ ἀργοπορώντας,
κατὰ τὸ κάστρο τὸ μικρὸ πάλε κοιτᾶ, καὶ σφίγγει,
σφίγγει στενὰ τὴ σπάθα του στὸ λαβωμένο στῆθος,
ποὺ μέσα ἀγρίκα τὴν ψυχὴ μεγάλη καὶ τὴ θλίψη.

VΙ.

Ο Πειρασμός


Ἒστησ᾿ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
Κι᾿ ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκιά της ὥρα,
Καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
Ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
Χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
Καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι᾿ ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
Κι᾿ οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια της πηγῆς τους,
Τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἔξ᾿ ἀναβρύζει κι᾿ ἡ ζωή, σ᾿ γῆ, σ᾿ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π᾿ ἀκίνητό ῾ναι κι ἄσπρο,
Ἀκίνητ᾿ ὅπου κι᾿ ἂν ἰδῆς, καὶ κάτασπρ᾿ ὡς τὸν πάτο,
Μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἔπαιξ᾿ ἡ πεταλούδα,
Ποῦ ῾χ᾿ εὐωδίσει τς ὕπνους της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ῾δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
Οὐδ᾿ ὅσο κάν᾿ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
Γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π᾿ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
Μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,
Κι᾿ ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του.

VII.

Ἔρμα ῾ν᾿ τὰ μάτια, ποὺ καλεῖς, χρυσὲ ζωῆς ἀέρα.