Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δυτική παρακμή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δυτική παρακμή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

21ος αιώνας: ο αιώνας των μεγάλων καταστροφών....

Κανονικά η πιο μεγάλη απαισιοδοξία επιβάλλεται από τα πράγματα. Εκτός αν η προσέγγιση πολύ μεγάλων οικολογικών, πολεμικών, οικονομικών καταστροφών, δημιουργήσει την αναγκαία κρίσιμη μάζα ανθρώπινης συνείδησης που θα μπορέσει να επανελέγξει το χρηματιστικό τέρας...


Francisco Goya, Η φωτιά (1793)


Στο παρακάτω πρόσφατο άρθρο διαγράφεται η δραματική επικαιρότητα της εποχής μας - προαναγγέλεται το τραγικό μέλλον του πλανήτη - εκτός εάν...

Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται...

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Μόνο βαθειά θλίψη και μεγάλη ανησυχία μπορεί να προκαλέσει στον νοήμονα παρατηρητή ο τρόπος που διαχειρίζονται τώρα την κρίση της ΕΕ, οι Ευρωπαίοι “ηγέτες” και οι θεσμοί της. Μερικοί μάλιστα αναλυτές
τον συγκρίνουν με την ελαφρότητα με την οποία οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ενεργούσαν στις παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ή τον τρόπο που προσπαθούσαν να κατευνάσουν τον Χίτλερ στις παραμονές του Β’.

Οι “πόλεμοι” που απειλούν τώρα την Ευρώπη δεν είναι βέβαια κλασικοί, είναι χρηματοπιστωτικοί, οι συνέπειές τους όμως κινδυνεύουν να αποβούν εξίσου καταστροφικές. Δεν είναι μόνο η ‘Ενωση και το ευρώ που κινδυνεύουν. Είναι όλες οι κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις των ευρωπαϊκών λαών, τουλάχιστο μετά τη νίκη επί του Χίτλερ, το 1945. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, ένα επίπεδο πολιτικών ελευθεριών που δεν υπάρχει σε πολλά μέρη στον κόσμο, η δυνατότητα της Ευρώπης να συμβάλλει στην αναγκαία, ριζική μεταρρύθμιση ενός διεθνούς συστήματος, που αντιμετωπίζει προκλήσεις πρωτοφανείς στην ανθρώπινη ιστορία.

Δεν υπάρχει σήμερα Χίτλερ στην ευρωπαϊκη πολιτική. Υπάρχει όμως, ως δύναμη καταστροφής, το ανεξέλεγκτο χρηματιστικό κεφάλαιο, με τους οίκους αξιολόγησης, την απίθανη πολιτική επιρροή σε κυβερνήσεις, υπερεθνικούς θεσμούς, εκδοτικό σύστημα, που καθιστά όλο και πιο εικονικά τα κράτη και τις δημοκρατίες μας. Δείτε πως απειλούν οι οίκοι και οι διεθνείς τράπεζες τους Ευρωπαίους πολιτικούς και πως αυτοί ψελλίζουν.

Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα είχαμε αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό κόμμα. Στη σημερινή Ευρώπη πλησιάζουμε, αν δεν έχουμε φτάσει, στο σημείο που οι λαοί θα καλούνται να επιλέξουν μεταξύ εκλεκτών των Ρότσιλντ, των Ροκφέλερ, των Νετανιάχου κλπ. Σε αντίθεση μάλιστα με την Ελλάδα του 19ου, δεν θα το ξέρουν καν.

Δεν απειλούμεθα τώρα, άμεσα, από μια πυρηνική σύρραξη, απειλούμεθα όμως από τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, είδος “όπλων μαζικής καταστροφής” κατά την έκφραση του Γουώρρεν Μπάφετ. Ενός ανθρώπου που κέρδισε δισεκατομμύρια από αυτά. Ποιος σας είπε ότι δεν γίνεται ταξικός πόλεμος, είπε o ίδιος μια μέρα, και τέτοιος πόλεμος διεξάγεται και τον κερδίζουμε εμείς, όχι οι πλούσιοι, οι πάρα πολύ πλούσιοι!

Την προσοχή των οξυδερκέστερων και βαθύτερων διεθνών παρατηρητών έχει προσελκύσει και κάτι ακόμα, η ταυτόχρονη εκδήλωση μειζόνων αποσταθεροποιητικών τάσεων στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία. Το ερώτημα που θέτουν αυτοί οι παρατηρητές, δεν έχει όμως προφανή απάντηση, είναι κατά πόσον συνδέονται μεταξύ τους, αν υπάρχει βαθύτερη αιτιακή σχέση ή αν είναι απλώς συμπτωματική η εμφάνιση αυτών των τάσεων.

Στη Ρωσία, ο Πρόεδρος Μεντβέντιεφ “έσπασε”, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τον “ομφάλιο λώρο” που τον συνέδεε με τον Πρωθυπουργό Πούτιν και θα διεκδικήσει ίσως την επανεκλογή του για μια δεύτερη προεδρική θητεία εναντίον του, αν τουλάχιστο το επιτρέψει το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών που θα προηγηθούν των προεδρικών. Ενθαρρύνεται σε αυτή την απόφαση από ισχυρές οικονομικές δυνάμεις στη Ρωσία και από το εξωτερικό, ΗΠΑ και Ισραήλ.

Στη Μέση Ανατολή, το κύμα των ειρηνικών και δημοκρατικών αραβικών επαναστάσεων εξετράπη σε ανοιχτούς ή συγκαλυμμένους πολέμους για την ανατροπή των καθεστώτων Καντάφι και ‘Ασαντ, την ίδια ώρα που οι δυτικές δυνάμεις επιδοκιμάζουν χωρίς αιδώ την επέμβαση του μεσαιωνικού βασιλείου της Σαουδαραβίας εναντίον του επαναστατημένου Μπαχρέιν.

Γίνεται κάθε μέρα σαφέστερο ότι ο ρόλος των γαλλικών και βρετανικών “αποικιακών” συμφερόντων, υπαρκτός μεν, υπήρξε δευτερεύων στην απόφαση επέμβασης στη Λιβύη. Η “λογική” της επέμβασης εντάσσεται θαυμάσια στη βαθειά στρατηγική δεκαετιών των ισραηλινών ιεράκων, για τον κατακερματισμό της Μέσης Ανατολής και τον πόλεμο κατά του Ιράν. Τελευταία κυκλοφορούν πάλι έντονες φήμες για ενδεχόμενη χερσαία επέμβαση στη Λιβύη και ενδεχόμενη αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Ιράν, όπου ξέσπασε σύγκρουση μεταξύ Αχμαντινετζάντ και ανώτερου ισλαμικού ιερατείου.

Μεντβέντιεφ κατά Πούτιν

Στο πλευρό του Μεντβέντιεφ τάσσεται τώρα ο Ανατόλι Τσουμπάις, “άρχων”, επί Γέλτσιν των ρωσικών ιδιωτικοποιήσεων, που μεταβίβασαν μαζικά, γρήγορα και χωρίς ουσιαστικό αντίτιμο την τεράστια περιουσία του σοβιετικού κράτους σε μια μικρή ομάδα Ρωσοεβραίων κυρίων “ολιγαρχών”. Από το 2008, ο Τσουμπάις έγινε το πρώτο ξένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας JP Morgan. Στο στρατόπεδο Μεντβέντιεφ προσχώρησε και ο Γκλεμπ Παβλόφσκι, επικοινωνιακός “αρχιτέκτονας” της ανόδου Πούτιν.

Ο Τσουμπάις δεν είναι παρά η κορυφή του ρωσικού “νεοκαπιταλιστικού παγόβουνου”. Που περιμένει βέβαια να δει πρώτα που πάνε τα πράγματα, προτού αποφασίσει να ρίξει ανοιχτά το βέρος του υπέρ του ενός ή του άλλου υποψηφίου. ¨Όπως και η μεγάλη μάζα των ρώσων “τσινοβνικί”, του στρώματος των μετασοβιετικών κρατικών γραφειοκρατών, μακρινού ισοδύναμου των “βογιάρων” της προεπαναστατικής Ρωσίας. Με την εξαίρεση του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας, που εξακολουθούν να ευνοούν τον Πούτιν και παραμένουν η κύρια πολιτική του βάση.

Σύντομα, μετά την άνοδό του στην εξουσία, ο κ. Πούτιν κατέστησε, δια λόγων και πράξεων, σαφές το μήνυμά του προς τη μετακομμουνιστική “ολιγαρχία” της χώρας. Αν θέλετε θα συνεχίσετε τις δουλειές σας, δεν θα ανακατεύεστε στην πολιτική. Ο Χοντορκόφσκι δεν θέλησε να το καταλάβει, ίσως πιστεύοντας ότι έχει πίσω του ισχυρές διεθνείς δυνάμεις, όπως, λέγεται, τους Ρότσιλντ, και παραμένει πάντα στη φυλακή. ‘Αλλοι, όπως ο Μπερεζόφσκι, πήραν τον δρόμο της εξορίας.

O μετακομμουνιστικός όμως, ιδιόμορφος και ολιγαρχικός καπιταλισμός του Γέλτσιν δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία του. Από την ίδια του τη φύση συνδέεται με εξωτερικές δυνάμεις, επιδιώκει μια πολιτική φιλική προς τη Δύση, στην οποία βλέπει εξάλλου τον τελικό εγγυητή της, πάντα υπό την αίρεση της ρωσικής εξουσίας, ιδιοκτησίας του. Η ρωσική γραφειοκρατία και τα μεσαία στρώματα, στο μέτρο που υπάρχουν, ανακουφίστηκαν βεβαίως από τη διακοπή της πορείας διάλυσης της χώρας υπό τον Γέλτσιν. Βαθιά συντηρητικοί, οι Ρώσοι γραφειοκράτες λατρεύουν παραδοσιακά τη σταθερότητα, και στο εσωτερικό και διεθνώς. Το δυτικό “όραμα” που συνεπήρε τους Ρώσους πριν από είκοσι χρόνια έχει εν πολλοίς καταπέσει, δεν έχει όμως αντικατασταθεί από κάτι καινούριο. Ο σταλινισμός και ο εθνικισμός, παρά τις προόδους που έκαναν, δύσκολα μπορούν να γίνουν κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα μιας μοντέρνας κοινωνίας.

Ο Μεντβέντιεφ έχει επίσης τη διακριτική μεν, υπαρκτή δε υποστήριξη ισχυρότατων διεθνών δυνάμεων, όπως του μεγάλης επιρροής Λόμπυ που διαθέτει το Ισραήλ στη Ρωσία και σημαντικών δυνάμεων του αμερικανικού κατεστημένου. Αν και ήδη, στο τελευταίο αρχίζει και εκφράζεται η άποψη ότι ήταν σφάλμα της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον να ποντάρει τόσο πολύ στον Πρόεδρο, αφού παραμένει πάντα πιθανότερη η τελική νίκη του Πρωθυπουργού.

Αιώνας των καταστροφών

Αν κάποιος «προφήτευε», εδώ και ένα-δύο χρόνια, ότι ο Πούτιν θα «κινδύνευε» από τον Μεντβέντιεφ, ότι θα συζητούσαμε αν θα υπάρχει ΕΕ, ότι θα είχε μισοκαταστραφεί μια βιομηχανική δύναμη όπως η Ιαπωνία ή ότι θα ξεκίναγαν εκ νέου, παρά την εμπειρία Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβάνου, νέοι πόλεμοι και δυτικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, τι θα τούχατε πει; Το πιθανότερο, ότι είναι καταστροφολόγος, φαντασιόπληκτoς, «Kασσάνδρα». Αυτά όμως συνέβησαν και πολύ χειρότερα απειλούνται.

Ο ‘Ερικ Χομπσμπάουμ μίλησε για τον “μικρό” Eικοστό αιώνα, «των άκρων», των πολέμων και των επαναστάσεων (1914-1991), χαρακτηρίζεται από έντονες ιδεολογικές συγκρούσεις και από εκτεταμένη προσφυγή στο κράτος και τον κρατισμό.

Ο αιώνας που άρχισε με τη σοβιετική διάλυση, τους “δίδυμους πύργους” και τις μεσανατολικές εκστρατείες, για να συνεχισθεί με τη Λήμαν Μπράδερς, την ευρωπαϊκή κρίση και την ιστορική καταστροφή της Ιαπωνίας, προάγγελο ίσως πολύ μεγαλύτερων φυσικών καταστροφών, κινδυνεύει, αν δεν ανακοπούν οι κυρίαρχες σήμερα τάσεις, να χαρακτηρισθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος “αιώνας των καταστροφών”. ¨Η, για να είμαστε ακριβείς, με δεδομένη την τεχνολογία που διαθέτουμε, δεν θα υπάρξει ιστορικός για ννα τον περιγράψει.

Ο νέος αιώνας που αρχίζει χαρακτηρίζεται από δύο θεμελιώδη φαινόμενα. Τη μεταλλαγή του καπιταλισμού σε ένα σύστημα φεουδαρχίας του χρήματος αφενός, την τάση καταστροφής του κράτους και του έθνους, αφετέρου. Ο Μαρξ, ως προφήτης τουλάχιστο, παίρνει τώρα την εκδίκησή του από όσους βιάστηκαν να τον θάψουν, για δεύτερη φορά, το 1989-91. Αν ζούσε, θάβλεπε να τείνουν προς πραγματοποίηση οι προφητείες του, όπως τις διατύπωσε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και στα Γκρούντρισσε, για έναν κόσμο που βασιλεύει μόνο το χρήμα.

Κανονικά η πιο μεγάλη απαισιοδοξία επιβάλλεται από τα πράγματα. Εκτός αν η προσέγγιση πολύ μεγάλων οικολογικών, πολεμικών, οικονομικών καταστροφών, δημιουργήσει την αναγκαία κρίσιμη μάζα ανθρώπινης συνείδησης που θα μπορέσει να επανελέγξει το χρηματιστικό τέρας.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Για το μέλλον της ευρωπαϊκής ένωσης...

Με αφετηρία την ελληνική κρίση, ο γερμανός στοχαστής (στο άρθρο του «Europa am Scheideweg», που δημοσιεύθηκε στην οικονομική εφημερίδα της Φραγκφούρτης Handelsblatt, στις 18.6.2011) διατυπώνει τις σκέψεις του για το μέλλον της Ευρώπης, που εκτιμά ότι μπαίνει σε μια πολύ σκληρή δοκιμασία.

.
Η αρπαγή της Ευρώπης
Ψηφιδωτό του 3ου αιώνα π.Χ., Σπάρτη

Δημοσιεύτηκε στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ, 10-7-2011

Η Ευρώπη μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις

του Γιούργκεν Χάμπερμας

Στη συγκυρία της σημερινής κρίσης τίθεται το ερώτημα γιατί πρέπει να εμμένουμε στη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στοχεύοντας μάλιστα σε μια πιο ολοκληρωμένη πολιτική ενοποίηση. Το αρχικό κίνητρο, η αποτροπή δηλαδή ενός πολέμου στην Ευρώπη, έχει ήδη ξεθωριάσει. Παρ’ όλα αυτά, υπό ένα καντιανό πρίσμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένα βήμα στην πορεία για τη δημιουργία μιας συντεταγμένης παγκόσμιας πολιτικής κοινότητας. Από αυτή την οπτική μπορεί να προκύψει μια νέα πειστική αφήγηση.

Σε κάθε περίπτωση, το σχέδιο για το μέλλον της Ένωσης, το οποίο μέχρι σήμερα επεξεργάζονται οι πολιτικές ελίτ πίσω από κλειστές πόρτες, θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο σύγκρουσης απόψεων που θα κατατίθενται μεγαλόφωνα στη δημόσια σφαίρα. Ενόψει αυτού του στόχου όμως, οι κυβερνήσεις κάνουν πίσω. Στο μέσον μιας θάλασσας που την ταράζουν τα ισχυρά ρεύματα της οικονομίας της αγοράς, όλοι καταφεύγουν και γαντζώνονται στο δικό τους μικρό νησί της εθνικής κυριαρχίας, το οποίο βέβαια κινδυνεύει να πλημμυρίσει. Και τα πολιτικά κόμματα προωθούν τον λαϊκισμό, τον οποίο καλλιεργούν μέσα στο νεφελώδες τοπίο των πολύπλοκων και μη δημοφιλών θεμάτων.

Η έλλειψη πολιτικών αρμοδιοτήτων στην ευρωζώνη

Στο μεταξύ η Πανουργία του οικονομικού Λόγου (List der Oekonomischen Vernunft) ανακινεί το θέμα και το φέρνει στο φως. Από την ευρωζώνη λείπουν οι πολιτικές αρμοδιότητες που θα μπορούσαν να επιφέρουν την αναγκαία εναρμόνιση των εθνικών οικονομιών. Αυτό το θεσμικό έλλειμμα μπορεί να καλυφθεί μόνο μακροπρόθεσμα, εκτός του πλαισίου της παρούσας κρίσης, και σίγουρα όχι μέσω ενός «Συμφώνου για την Ευρώπη»», που θα αποτελούσε μια νομικά μη δεσμευτική συμφωνία των προέδρων των κυβερνήσεων. Εάν το ψήφισμα της 25ης Μαρτίου 2011, που θίγει τον πυρήνα της κυριαρχίας των κρατών-μελών, παρά τις αντίθετες προβλέψεις, τελεσφορήσει, τα δημοκρατικά πολιτεύματα θα πρέπει να καταβάλουν το τίμημα της απίσχνανσής τους σε εθνικό επίπεδο. Με δυο λόγια, στο κατώφλι της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία από οικονομική τείνει να μετεξελιχθεί σε πολιτική, η Πολιτική φαίνεται να κρατά την αναπνοή της και να σταματά. Γιατί κυριαρχεί αυτή η τρομακτική ακαμψία;

Το πυκνό δίκτυο υπερεθνικών οργανισμών γεννά τον φόβο, από τη μια πλευρά, ότι θα διαταραχθεί η κατοχυρωμένη στο εθνικό επίπεδο συνάρθρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη δημοκρατία και, από την άλλη, ότι θα αλλοιωθεί η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας μέσω της απαλλαγής της εκτελεστικής εξουσίας από κάθε είδους δημοκρατικό έλεγχο, παγκοσμίως. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος μια σκέψη η οποία εκτρέφει την πολιτική ηττοπάθεια: δεν είναι εφικτό η λαϊκή κυριαρχία να λάβει υπερεθνική μορφή χωρίς έναν αντίστοιχο περιορισμό της δημοκρατικής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, καθώς μια τέτοια νομιμοποίηση μπορεί να εδραιωθεί μόνο στο πλαίσιο του έθνους-κράτους.

Στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος οι πολίτες υπόκεινται μόνο σε νόμους στην ψήφιση των οποίων έχουν συμμετάσχει και οι ίδιοι μέσω μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Αυτή η διαδικασία οφείλει τη νομιμοποιητική της δύναμη τόσο στη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διαδικασία λήψης των πολιτικών αποφάσεων όσο και στον συνδυασμό της λήψης των αποφάσεων βάσει της αρχής της πλειοψηφίας (που μπορεί να είναι και ενισχυμένη, εάν κριθεί απαραίτητο) με τη διαδικασία της διαβούλευσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η γνώμη της πολιτικής κοινότητας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, πρέπει να επιδρά μια ενεργή κοινωνία των πολιτών πάνω στο κράτος, προκειμένου να πραγματώνει τους όρους της ίδιας της ύπαρξής της. Επειδή κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ύπαρξη ενός αντίστοιχου πλαισίου για τον πολιτικό μετασχηματισμό των βιοτικών σχέσεων, υφίσταται μια εννοιολογική σύνδεση μεταξύ της λαϊκής και της κρατικής κυριαρχίας. Εάν η πολυπλοκότητα της παγκόσμιας κοινωνίας, χωρίς πολιτικό έλεγχο, ενταθεί, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το πεδίο δράσης των εθνών-κρατών, τότε θα προκύψει, από την ίδια την κανονιστική έννοια της δημοκρατίας, το αίτημα για την επέκταση της δυνατότητας άσκησης πολιτικής πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Τα κράτη αντισταθμίζουν εν μέρει την απώλεια της δυνατότητάς τους να επιλύουν προβλήματα με τη βοήθεια διεθνών οργανισμών. Αυτό όμως το πληρώνουν στην πραγματικότητα με τη δραματική μείωση του επιπέδου νομιμοποίησής τους. Επειδή το καθεστώς των διεθνών συμβάσεων έχει πάψει πια να αποτελεί κρίκο της αλυσίδας που καταλήγει στη δημοκρατική νομιμοποίηση και οι θεσμοθετημένες διαδικασίες στο πλαίσιο του έθνους-κράτους έχουν μαραθεί, ενισχύονται οι ακόλουθες δύο τάσεις: η πολιτική αναγκαιότητα να επεκταθεί η δημοκρατική διαδικασία πέρα από τα σύνορα του έθνους-κράτους και, ταυτόχρονα, η αμφιβολία εάν κάτι τέτοιο είναι εφικτό.

Από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικές αρχές: το κρίσιμο ζήτημα της συνταγματοποίησης της κρατικής εξουσίας

Ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, προκειμένου να μεταβιβασθούν κυριαρχικά δικαιώματα σε υπερεθνικές αρχές, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υλοποιείται, ακόμη και εάν συχνά συμβαίνει έτσι, μέσω της στέρησης της ελευθερίας της έκφρασης από τους πολίτες. Αυτή η μεταβίβαση προϋποθέτει τη συνταγματοποίηση της κρατικής εξουσίας, στην οποία οι πολίτες οφείλουν την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών τους στο πλαίσιο ενός έθνους-κράτους. Οι αρμοδιότητες, οι οποίες είτε μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου από το έθνος-κράτος σε υπερεθνικές αρχές είτε ασκούνται πλέον από κοινού, πρέπει όχι απλώς να υπαχθούν σε κανόνες δικαίου, αλλά σε κανόνες δικαίου μιας δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας. Σε αυτή την περίπτωση δεν συρρικνώνεται το πεδίο της αυτονομίας των πολιτών, από τη στιγμή που οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν στη διαδικασία ψήφισης των νόμων στο υπερεθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τους κανόνες μιας δημοκρατικής διαδικασίας. Με μια εδαφική επέκταση της επικράτειας και μια αύξηση του αριθμού των πολιτών δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτε άλλο πέρα από τον βαθμό πολυπλοκότητας της διαδικασίας διαμόρφωσης της συλλογικής γνώμης και της βούλησης της πολιτικής κοινότητας. Δεν μπορεί, δηλαδή, να γίνει λόγος για περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας, από τη στιγμή που η διαδικασία παραμένει άθικτη.

Από την άλλη πλευρά, το διεθνές δίκτυο, που έχει εν τω μεταξύ δημιουργηθεί, θα εκδημοκρατισθεί μόνο στην περίπτωση που τα γνωστά συστατικά στοιχεία της δημοκρατίας συναρμολογηθούν, χωρίς βέβαια να υποστούν απώλειες στο πεδίο της νομιμοποίησης, με τρόπο διαφορετικό από τον ισχύοντα στο πλαίσιο του έθνους-κράτους. Από αυτή την άποψη, η δοκιμασία στην οποία πρέπει να υποβληθεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποδειχθεί πλούσια σε διδάγματα. Μέσα από αυτήν θα κριθεί η βούληση και η ικανότητα των πολιτών, των πολιτικών ελίτ και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να πραγματοποιήσουν, τουλάχιστον στην ευρωζώνη, το επόμενο βήμα στον δρόμο της ολοκλήρωσης, ούτως ώστε να προωθήσουν τον εκπολιτισμό της άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας.

Η θεσμοθέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί μια πολιτικά συντεταγμένη κοινότητα, η οποία, χωρίς να καλύπτεται από μια αντίστοιχη κρατική εξουσία, ασκεί κυριαρχική εξουσία έναντι των κρατών-μελών. Ενώ στην αρχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης η εκπολιτιστική στιγμή εκφράστηκε προπάντων με την ειρήνευση μιας αιματοκυλισμένης ηπείρου, έκτοτε εκδηλώνεται στην πάλη για τη συγκρότηση ικανοτήτων του πράττειν. Οι λαοί μιας ηπείρου με συρρικνούμενο πολιτικό και οικονομικό εκτόπισμα προσπαθούν, έτσι, να αποκτήσουν ένα περιθώριο πολιτικής δράσης απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις και τους συστημικούς καταναγκασμούς μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Ο τρόπος με τον οποίο η ομοσπονδιακή δημοκρατία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της θα πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτή την κατάσταση.

Αντιλαμβάνομαι τη θεσμοθέτηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, έστω και αν αυτό εξακολουθεί να αντιβαίνει στο πρώην άρθρο 48 της Συνθήκης της Λισαβόνας, ως εξής: το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών αναδεικνύεται σε συλλογικό συντακτικό νομοθέτη πλάι στα κράτη. Στην ισχύουσα Συνθήκης της Λισαβόνας, η κατάτμηση της κυριαρχίας ανάμεσα στους πολίτες και τα κράτη προκύπτει ήδη από το γεγονός ότι, σε περίπτωση τροποποίησης της Συνταγματικής Συνθήκης, το Κοινοβούλιο εμπλέκεται στη σχετική διαδικασία, καθώς και από το ότι στην «κανονική νομοθετική διαδικασία» αναγνωρίζεται ως ισότιμο όργανο έναντι του Συμβουλίου.

Η «κατάτμηση» της συντακτικής εξουσίας εξηγεί, εξάλλου, γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το γεγονός ότι έχει, όπως και τα ομοσπονδιακά κράτη, τον χαρακτήρα πολυεπίπεδου συστήματος, δεν μπορεί να νοηθεί ως ενός είδους ατελής ομοσπονδιακή δημοκρατία. Το έθνος-κράτος, ακόμη και αν είναι ομοσπονδιακά διαρθρωμένο στο εσωτερικό του, συναπαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από το σύνολο των πολιτών που ανήκουν στο έθνος, ενώ η Ένωση έχει εγκαθιδρυθεί από τους πολίτες της μόνο σε σχέση με τα εκάστοτε ήδη συγκροτημένα σε κράτη έθνη. Στα ομοσπονδιακά κράτη τα όργανα της ομοσπονδίας διατηρούν την αρμοδιότητα απονομής αρμοδιοτήτων, ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κινούνται μόνο στο πλαίσιο επιμέρους αρμοδιοτήτων που τους έχουν εκχωρηθεί ρητά. Επειδή τα κράτη-μέλη διατηρούν το μονοπώλιο της βίας, ενώ η ίδια η Ένωση δεν έχει τον χαρακτήρα πλήρους κρατικού μορφώματος, οι πολίτες της Ένωσης δεν είναι υπήκοοι ενός κράτους.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συνιστά κάποιο μόρφωμα που έμεινε στα μισά του δρόμου από το εθνικό προς το ομοσπονδιακό κράτος. Πρόκειται μάλλον για έναν ιδιότυπο σχηματισμό, που διακρίνεται από δύο ειδικούς νεωτερισμούς. Οι πολίτες της Ένωσης μοιράζονται την κυριαρχική τους εξουσία με κράτη-μέλη τα οποία διατηρούν το μονοπώλιο της βίας, υποτάσσονται όμως, τρόπον τινά, με τη σειρά τους, σε ένα υπερεθνικά θεσπισμένο δίκαιο.

Η κατάτμηση της κυριαρχίας δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι πολίτες της Ένωσης έχουν κάθε λόγο να εμμένουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο στον ισότιμο ρόλο των κρατών τους. Τα εθνικά κράτη, ως δημοκρατικά κράτη δικαίου, δεν είναι μόνο ιστορικοί δρώντες καθ’ οδόν προς τον εκπολιτισμό του βίαιου πυρήνα της πολιτικής κυριαρχίας αλλά παραμόνιμα επιτεύγματα και ζωντανές μορφές μιας «υπαρκτής δικαιοσύνης» (Χέγκελ). Οι πολίτες της Ένωσης έχουν ένα δικαιολογημένο διαφέρον το εκάστοτε εθνικό κράτος στο οποίο ανήκουν να εξακολουθήσει να παίζει και ως κράτος-μέλος τον δόκιμο ρόλο του εγγυητή του δικαίου και της ελευθερίας. Διότι τα εθνικά κράτη είναι κάτι περισσότερο από απλή ενσάρκωση μιας εθνικής κουλτούρας που αξίζει να διαφυλαχθεί· εγγυώνται ένα επίπεδο δικαιοσύνης και ελευθερίας που οι πολίτες έχουν κάθε δίκιο να θέλουν να διατηρηθεί.

Εν τέλει, και η αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών ενός κράτους υφίσταται μια μεταλλαγή. Στην προοπτική που προτείνω θα έπρεπε και αυτή να αποδεσμευτεί από το εθνικό επίπεδο, προκειμένου οι πολίτες, ως πολίτες της Ένωσης που εκλέγουν και ελέγχουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να είναι πράγματι σε θέση να μετάσχουν σε μια κοινή, πέρα από τα εθνικά σύνορα, πολιτική διαμόρφωση βούλησης. Αυτή η υπερεθνική επέκταση της αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών ενός κράτους είναι μια διαδικασία μάθησης που μπορεί να πραγματωθεί μόνο σε μια αντιστοίχως διευρυμένη επικοινωνιακή συνθήκη μιας πολιτισμικής κοινότητας.

Αυτό το πεδίο θα έπρεπε να προσλάβει τη μορφή μιας αμοιβαίας διάνοιξης των εθνικών σφαιρών δημοσιότητας της μιας προς την άλλη. Για να γίνει αυτό, δεν χρειαζόμαστε διαφορετικά μέσα ενημέρωσης, αλλά μια διαφορετική πρακτική των υφιστάμενων. Δεν θα έπρεπε να πραγματεύονται τα ευρωπαϊκά ζητήματα μόνο ως τέτοια, αλλά συγχρόνως να αναφέρονται και στις πολιτικές τοποθετήσεις και διαμάχες που πυροδοτούν τα ίδια ζητήματα σε άλλα κράτη-μέλη. Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ηγεμονεύεται ως τώρα από τις πολιτικές ελίτ, υπάρχει μέχρι σήμερα μια επικίνδυνη ασυμμετρία ανάμεσα στη δημοκρατική συμμετοχή των λαών σε όσα «βγάζουν» για αυτούς οι κυβερνήσεις τους στην απομακρυσμένη σκηνή των Βρυξελλών και στην αδιαφορία ή την έλλειψη συμμετοχής των πολιτών της Ένωσης αναφορικά με τις αποφάσεις του Κοινοβουλίου τους στο Στρασβούργο.

Η κοινή μοίρα της Ευρώπης και το ευρωπαϊκό σχέδιο

Μόνο ο δεξιός λαϊκισμός φιλοτεχνεί την καρικατούρα εθνικών συλλογικών υποκειμένων που απομονώνονται το ένα από το άλλο και μπλοκάρουν μια υπερεθνική δημοκρατική διαμόρφωση βούλησης. Μετά από μισό αιώνα μετανάστευσης, τα ευρωπαϊκά κράτη-έθνη είναι, δεδομένου του αυξανόμενου εθνοτικού, γλωσσικού και θρησκευτικού πλουραλισμού τους, κάθε άλλο παρά πολιτισμικά ομοιογενείς ενότητες. Το ίντερνετ και ο μαζικός τουρισμός καθιστούν επίσης πιο διαπερατά τα εθνικά σύνορα. Ο ρευστός ορίζοντας ενός διαιρεμένου σε μεγάλες επιφάνειες και περίπλοκες σχέσεις βιόκοσμου έπρεπε ανέκαθεν να κατασκευαστεί από τα ΜΜΕ και να πληρωθεί από την επικοινωνιακή συνθήκη μιας πολιτισμικής κοινότητας. Αυτό μπορεί να εμπεδωθεί μόνο στο πλαίσιο μιας κοινής πολιτικής κουλτούρας — και αυτή δύσκολα διαμορφώνεται με δικαιικά-διοικητικά μέσα. Όμως η Ευρώπη μοιράζεται μια κοινή μοίρα. Και όσο περισσότερο συνειδητοποιούν οι λαοί της Ευρώπης και αναδεικνύεται από τα Μέσα πόσο βαθιά επιδρούν στην καθημερινότητά τους οι αποφάσεις της Ε.Ε., τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει το διαφέρον τους να κάνουν χρήση των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων και ως πολίτες της Ένωσης.

Αυτή η επίδραση φάνηκε ξεκάθαρα στην κρίση του ευρώ. Από τις 8 Μαΐου 2009 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με τις αποφάσεις του για τα πακέτα διάσωσης και την ενδεχόμενη αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς και με τις διακηρύξεις του για την εναρμόνιση των οικονομικών, δημοσιονομικών, εργασιακών και κοινωνικών πολιτικών, ξεπέρασε το οριακό εκείνο σημείο στο οποίο ανακύπτουν ζητήματα αναδιανεμητικής δικαιοσύνης. Η κρίση εξαναγκάζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, παρά τη βούλησή του, να λάβει αποφάσεις που μπορούν να επιβαρύνουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς σε καταφανώς άνισο βαθμό.

Θα ανταποκρινόταν επομένως σε μια συνταγματική λογική το να μπορούν οι πολίτες, οι οποίοι υποχρεώνονται να δεχθούν μια ανακατανομή των βαρών πέραν των εθνικών συνόρων, να επηρεάσουν, ως πολίτες της Ένωσης, με δημοκρατικό τρόπο, όσα διαπραγματεύονται ή συνομολογούν σε μια δικαιική γκρίζα ζώνη οι αρχηγοί των κυβερνήσεών τους. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μια εμβάθυνση της Πολιτικής Ένωσης ή τουλάχιστον μια «εντονότερη συνεργασία» μεταξύ των μελών της νομισματικής ένωσης. Αντ’ αυτού, γινόμαστε μάρτυρες μια παρελκυστικής τακτικής από την πλευρά των κυβερνήσεων –σε εμβληματική μορφή της οποίας έχει αναδειχθεί η γερμανίδα καγκελάριος– και μιας λαϊκιστικά υποδαυλιζόμενης απόρριψης του ευρωπαϊκού σχεδίου στο σύνολό του από την πλευρά των λαών.

Αυτή η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά οφείλεται στο γεγονός ότι οι ελίτ και τα Μέσα διστάζουν να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα από το συνταγματικό σχέδιο. Είναι αδύνατον να οικοδομηθεί μια πανευρωπαϊκή αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών όταν ανάμεσα στα κράτη-μέλη, δηλαδή στα εθνικά σημεία τομής, παγιώνονται δομικά κοινωνικές ανισότητες. Σήμερα είναι, κατά ειρωνικό τρόπο, η πίεση των χρηματαγορών αυτή υπό την οποία κερδίζει έδαφος η διαπίστωση ότι έχει παραμεληθεί μια ουσιώδης οικονομική προϋπόθεση του συνταγματικού σχεδίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να μετεξελιχθεί σε μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη υπερεθνική κοινότητα μόνο εάν διατηρήσει τις πολιτικές κατευθυντήριες αρμοδιότητες, έτσι ώστε να φροντίσει, τουλάχιστον στο εσωτερικό της ευρωζώνης, για μια σύγκλιση των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων. Η Ένωση θα πρέπει να εγγυηθεί αυτό που ο Θεμελιώδης Νόμος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αποκαλεί «ενιαίο χαρακτήρα των βιοτικών σχέσεων».

Αυτός ο ενιαίος χαρακτήρας σχετίζεται πάντως μόνο με το επιτρεπτό εύρος απόκλισης των κοινωνικών βιοτικών συνθηκών που είναι αποδεκτό από τη σκοπιά της αναδιανεμητικής δικαιοσύνης και όχι με τις πολιτισμικές διαφορές. Είναι πολύ περισσότερο αναγκαία η κοινωνικά υποσιτισμένη πολιτική συνοχή, προκειμένου η εθνική πολλαπλότητα και ο ασύγκριτος πολιτισμικός πλούτος του βιότοπου που λέγεται «Γηραιά Ήπειρος» να μπορέσει να προστατευθεί, εν μέσω μιας ραγδαία προελαύνουσας παγκοσμιοποίησης, από μια εντελώς διαφορετική μορφή ισοπέδωσης.

Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος μετέφρασε το πρώτο μέρος και η Σταυρούλα Μανώλη το δεύτερο.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Η δυτική παρακμή...


Γιάννης Σταύρου, Θαλασσογραφία 2, λάδι σε χαρτί

Μετά τον χορτασμό, ήρθε η ευημερία και μετά η αυτοπραγμάτωση και ο ευδαιμονισμός...

Η παρακμή είναι κυρίαρχη στον δυτικό πολιτισμό...

Παρόλο που το άρθρο των NEW YORK TIMES είναι σχετικά επίπεδο και χωρίς αιχμές, περιγράφει την κοινωνική / οικονομική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στις ΗΠΑ - και όχι μόνο εκεί...

Κοινωνίες μοιραίες, κοιμισμένες στην ψευδαίσθηση της καταναλωτικής και εικονικής καλοπέρασης, έτοιμες να λεηλατηθούν από τη δριμύτατη νεοταξική βαρβαρότητα...

Ακολουθεί το άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12-9-2010:

Αλλαγή στις αξίες...

The New York Times

Οι περισσότεροι άνθρωποι που έζησαν το 1800 δεν ήταν πλουσιότεροι από αυτούς που ζούσαν το 100.000 π. Χ. Η διατροφή τους δεν ήταν καλύτερη, δεν ήταν ψηλότεροι ούτε μακροβιότεροι.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, γύρω στο 1800, η οικονομική ανάπτυξη απογειώθηκε, πρώτα στη Βρετανία, αργότερα αλλού. Την απαρχή της ανάπτυξης αυτής περιγράφει στο βιβλίο του «Η Πεφωτισμένη Οικονομία» ο Τζόελ Μοκάιρ του Πανεπιστημίου Νορθγουέστερν, που ισχυρίζεται ότι η κρίσιμη μεταβολή συντελέσθηκε στον νου και τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Λόγω πολιτισμικών μεταλλάξεων, οι τεχνικοί απέκτησαν επιστημονικές γνώσεις, τις οποίες εφάρμοσαν στην πράξη. Για παράδειγμα, οι επιχειρηματίες χρησιμοποίησαν τις γεωλογικές έρευνες στα ορυχεία και τις μεταφορές.

Γρήγορα η Βρετανία κυριάρχησε στον κόσμο. Επειτα όμως παρήκμασε. Και πάλι η καταλυτική μεταβολή συντελέσθηκε στον νου και τις αντιλήψεις των ανθρώπων. Σύμφωνα με τις καταγραφές του ιστορικού Κορέλι Μπάρνετ, οι επίγονοι εκείνων που οικοδόμησαν την αυτοκρατορία αποσύρθηκαν από το εμπόριο, προσπάθησαν να υπερβούν τις πρακτικές γνώσεις και υιοθέτησαν πιο συμπαθή στάση έναντι της ζωής.

Ολα αυτά είναι σήμερα πολύ επίκαιρα, καθώς το 65% των Αμερικανών πιστεύει ότι η χώρα τους διέρχεται περίοδο παρακμής, όπως προκύπτει από την τελευταία δημοσκόπηση των NBC / Wall Street Journal. Μάλλον έχουν δίκιο. Τα σημερινά οικονομικά προβλήματα είναι δομικά. Βρισκόμαστε στη μέση της εξόδου από την ανεργία. Οι μισθοί είναι στάσιμοι εδώ και δεκαετίες. Τέλος, τα προβλήματα στην αγορά εργασίας είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα.

Πρώτη συμβουλή των ιστορικών είναι ότι πρέπει να κατανοήσουμε την κατάσταση, αναζητώντας αλλαγές σε ιδέες και αξίες και όχι απλώς υλικές μεταβολές. Εάν παρατηρήσει κανείς την Αμερική, τώρα θα διαπιστώσει ότι πάσχει από κάτι ανάλογο με τη «βρετανική ασθένεια». Υστερα από δεκαετίες ευμάρειας, οι ΗΠΑ απομακρύνθηκαν από τη μονοκόμματη πρακτική νοοτροπία τους, χάρη στην οποία δημιουργήθηκε στην αρχή τόσος πλούτος.

Η μετατόπιση είναι ορατή σε όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση. Αρχίζουμε από τις ελίτ. Οι λαμπρότερες διάνοιες της Αμερικής εγκαταλείπουν τη βιομηχανία και τον τεχνολογικό τομέα και στρέφονται στη δικηγορία, στην οικονομία, στον συμβουλευτικό τομέα ή στον ακτιβισμό, πεδία όχι και τόσο προσοδοφόρα. Το 2007, το 58% των ανδρών αποφοίτων του Χάρβαρντ και το 43% των γυναικών κατευθύνθηκαν στον οικονομικό και συμβουλευτικό τομέα.

Η απομάκρυνση από τις εμπορικές αξίες αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε ομιλίες της Μισέλ Ομπάμα. «Μην πηγαίνετε στην κορπορατίστικη Αμερική. Γίνετε δασκάλες, δουλέψτε για την κοινωνία, γίνετε κοινωνικοί λειτουργοί, νοσοκόμες... Προτιμήστε αυτές τις επιλογές, ώστε από τη βιομηχανία παραγωγής χρήματος να περάσουμε στη βιομηχανία αρωγής», συμβούλευσε γυναίκες από το Οχάιο. Καθώς χαρισματικοί άνθρωποι δίνουν προτεραιότητα σε όλα τα προαναφερθέντα, η Αμερική ίσως γίνει πιο ανθρώπινη και λιγότερο πλούσια.

Επειτα είναι και η μεσαία τάξη. Η επικράτηση της οικονομίας των υπηρεσιών έγινε αιτία να δημιουργηθεί μια ολόκληρη κάστα νέων μεσαίων υπαλλήλων και στελεχών που επιζητούσαν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτός ο τρόπος, όμως, είχε κόστος. Η κατανάλωση και μαζί τα χρέη εκτινάχθηκαν στα ύψη, το ίδιο και το εμπορικό έλλειμμα. Για να ανταποκριθεί στη ζήτηση, η οικονομία αναπροσαρμόστηκε, μειώνοντας τις επενδύσεις στον μεταποιητικό τομέα και στα εμπορεύσιμα αγαθά και υπερεπενδύοντας στον κλάδο λιανικών πωλήσεων και στην κατοικία.

Αυτοί οι υπάλληλοι γραφείου δεν ήθελαν τα παιδιά τους να επανέλθουν στην εργατική τάξη. Ετσι, ο τομέας των επικοινωνιών υπερκορέστηκε, ενώ παράλληλα μεγάλωνε η έλλειψη ειδικευμένων εργατών. Μία από τις διαστροφικές πτυχές αυτής της κρίσης είναι ότι η αύξηση της ανεργίας και η αύξηση των θέσεων εργασίας ήταν παράλληλες, καθώς οι εταιρείες στον μεταποιητικό τομέα δεν μπορούν να βρουν ειδικευμένους χειριστές μηχανημάτων. Η Ναριάνα Κοτσερνακότα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας στη Μινεσότα εκτιμά ότι εάν υπήρχε ισοσκελισμός μεταξύ της προσφοράς ειδικευμένων εργατών και των απαιτήσεων των εργοδοτών, τότε το ποσοστό ανεργίας θα ήταν 6,5% και όχι 9,6%.

Αυτή η αναντιστοιχία οφείλεται σε πολλούς παράγοντες (οι άνθρωποι πολύ δύσκολα πωλούν τα σπίτια τους και αναζητούν νέες ευκαιρίες), το βασικό πρόβλημα όμως συνίσταται στο ότι έχουμε πάρα πολλούς μεσίτες στεγαστικών δανείων και πολύ λίγους χειριστές μηχανών ή μηχανολόγους.

Ετσι, ερχόμαστε τώρα στην κατώτερη τάξη. Εδώ συντελείται κανονική ρήξη του κοινωνικού ιστού. Γύρω στο ένα τέταρτο ή ένα τρίτο των Αμερικανοπαίδων ζουν με ένα γονιό ή χωρίς καθόλου γονείς, σε χαώδεις γειτονιές με άθλια σχολεία. Ενα τεράστιο τμήμα του ανθρώπινου κεφαλαίου της αμερικανικής κοινωνίας υποχρησιμοποιείται και αυτό συμβαίνει επί μία ολόκληρη γενεά. Προσωπικώς δεν είμαι πεπεισμένος ότι παρακμάζουμε. Οι αδυναμίες αυτές μπορούν να καταπολεμηθούν από υπαρκτές δυνάμεις. Ομως η μετατόπιση αξιών είναι πραγματική και υπαρκτή. Σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ο κόσμος μετακινείται από τις εμπορικές, παραγωγικές δραστηριότητες προς περισσότερο ευχάριστες και φωτεινές, αλλά λιγότερο παραγωγικές. Η προσοχή μας μπορεί να περισπάται από ατέρμονες συζητήσεις περί πακέτων βοηθείας και των αποτελεσμάτων τους. Αυτή τη στιγμή, όμως, όλα αυτά είναι άσχετα με τα όσα συμβαίνουν. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η Αμερική είναι ευχαριστημένη με τη στροφή προς «συμπαθέστερες απασχολήσεις» και εάν όχι, τι μπορεί να γίνει, εάν μπορεί ακόμη κάτι να γίνει.