Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010

ο λαός, ως μάζα, επιλέγει τους ηγέτες που του ταιριάζουν...

Όταν είχαμε πατρίδα - κοινωνικές, ιστορικές, πολιτιστικές αναφορές...

Εικόνες άλλης εποχής, άλλου χωρόχρονου, άλλων ανθρώπων. Η Ύδρα του ζωγράφου...


Γιάννης Σταύρου, Τοπίο της Ύδρας, λάδι σε καμβά

Πολιτική & κοινωνική αθλιότητα. Δυστυχώς, ο λαός, ως μάζα, επιλέγει τους ηγέτες που του ταιριάζουν. Κατ' εικόνα και ομοίωσιν. Κι είναι φυσικό να μη μας σώνει τίποτα...

Ελάχιστες οι εξαιρέσεις - δεν διαμορφώνουν καν ποσοστό...

Κι όμως, όχι μόνο δεν κατεβαίνουμε στους δρόμους να διαδηλώσουμε οργή και αντίσταση, αλλά σπεύδουμε πειθήνια και ηλίθια να αμνηστεύσουμε, να κολακέψουμε, να επιβραβεύσουμε τους τυράννους μας, ψηφίζοντας τους εκλεκτούς των κομματικών συμφερόντων στην τάχα Αυτοδιοίκηση. Πού είναι λοιπόν το περιβόητο «φιλότιμο» του Ελληνα, η «περηφάνια» του, το «αδούλωτο φρόνημά» του; Ακόμα και την ψήφο του, το τελευταίο απομεινάρι διαφοράς από τον σκλάβο, τον ραγιά, την προσφέρει για να μετρήσουν οι διεφθαρμένες κομματικές συντεχνίες τις περιστασιακές μεταβολές στα ποσοστά της ισχύος τους...

Για άλλη μια φορά δημοσιεύουμε το άρθρο του Γιανναρά - από τους τελευταίους επώνυμους διανούμενους που υψώνει το ανάστημα του απέναντι στη φρίκη των ημερών...

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31-10-2010

Ψήφος αντίστασης στη μικρόνοια

Tου Χρηστου Γιανναρα

Μοιάζει απίστευτο, αλλά το προεξοφλούν με σιγουριά οι δημοσκοπήσεις: Στις επερχόμενες εκλογές Τοπικής τάχα και Αυτοδιοίκησης, οι ελλαδίτες ψηφοφόροι θα ψηφίσουν και πάλι, στην πλειονότητά τους, κομματικούς υποψηφίους.

Πώς να εξηγήσουμε την άρνηση της κρίσιμης για το εκλογικό αποτέλεσμα μάζας να αντιληφθεί την πραγματικότητα; Τα εγκλήματα των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν τον τόπο τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια είναι εξόφθαλμα, αποδεδειγμένα, ψηλαφητά: Κατασπατάλησαν το απίστευτο χρήμα που εισέρευσε στη χώρα (για πρώτη φορά στην κρατική μας ιστορία) και απέβλεπε να επιτευχθεί σύγκλιση της ελλαδικής με τις οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. Ξέφρενη σπατάλη και επιπλέον απίστευτος, παρανοϊκός δανεισμός. Μοίραζαν τα κόμματα διορισμούς, επιδοτήσεις, ρουσφέτια, μπούκωναν τον υπόκοσμο των λακέδων και της καμαρίλας τους με αδιάντροπο πλούτο, ωμά, απροκάλυπτα, χυδαία. Πνίγοντας κυριολεκτικά τη χώρα στα χρέη.

Χωρίς να λύσουν, στα τριάντα έξι αυτά χρόνια, ούτε ένα πρόβλημα – το ασφαλιστικό, ας πούμε, ή το συγκοινωνιακό ή της μηχανοργάνωσης του κράτους (δεν συζητούμε για την παιδεία, την υγεία, την άμυνα, τη δικαιοσύνη). Το μόνο που τους ενδιέφερε, μα αποκλειστικά το μόνο, ήταν η επανεκλογή τους, η κραιπαλική ηδονή της εξουσίας. Τίποτε άλλο. Και όταν πια η καταστροφή ήταν αδύνατο να αναχαιτιστεί, ο ένας πρωθυπουργός το ’σκασε πανικόβλητος, δίχως ίχνος ντροπής ή αυτοσεβασμού. Και έσπευσε να αναλάβει ο μειονεκτικός σε επιγνώσεις αντίπαλος, για να αλωνίζει επί μήνες τα διεθνή κέντρα, απολαμβάνοντας τουριστικά το κελεπούρι της πρωθυπουργίας και διαφημίζοντας στους δανειστές της χώρας την αναξιοπιστία της και τη διαφθορά της.

Ποιος Ελληνας δεν βλέπει αυτά τα εξόφθαλμα, αποδεδειγμένα, ψηλαφητά δεδομένα; Κι όμως, όχι μόνο δεν κατεβαίνουμε στους δρόμους να διαδηλώσουμε οργή και αντίσταση, αλλά σπεύδουμε πειθήνια και ηλίθια να αμνηστεύσουμε, να κολακέψουμε, να επιβραβεύσουμε τους τυράννους μας, ψηφίζοντας τους εκλεκτούς των κομματικών συμφερόντων στην τάχα Αυτοδιοίκηση. Πού είναι λοιπόν το περιβόητο «φιλότιμο» του Ελληνα, η «περηφάνια» του, το «αδούλωτο φρόνημά» του; Ακόμα και την ψήφο του, το τελευταίο απομεινάρι διαφοράς από τον σκλάβο, τον ραγιά, την προσφέρει για να μετρήσουν οι διεφθαρμένες κομματικές συντεχνίες τις περιστασιακές μεταβολές στα ποσοστά της ισχύος τους.

Να κατεβούμε στους δρόμους μάς το έχει απαγορεύσει ο παλαιοημερολογητισμός του Περισσού: μονοπωλεί μεθοδικά κάθε δημόσια μαζική διαμαρτυρία, την «καπελώνει» αυθαίρετα, η κραυγή και οργή των πολιτών μετατρέπεται σε αθέλητη υποστήριξη της πιο υπάνθρωπης ολοκληρωτικής μονοτροπίας. «Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, έγραφε ο Ελύτης, και βρίσκεσαι να “κάνεις πορεία” μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη, αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους». Δεν μπορεί να υπάρξει σήμερα ακομμάτιστη πρωτοβουλία για μαζική πολιτική εκδήλωση, που να μην την ιδιοποιηθεί η μικρόνοια και ψυχανωμαλία των καπήλων της Αριστεράς.

Μας απομένει η ψήφος, για να συντηρούμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε πολίτες, ότι πολίτευμα της χώρας είναι η δημοκρατία. Ψευδαίσθηση, στάχτη στα μάτια, για να συνεχίζουν οι μαφιόζοι των κομματικών συντεχνιών να παίζουν με τη δική μας αφέλεια, την παιδαριώδη επιπολαιότητά μας. Τάχα ότι λειτουργούν πολιτικοί θεσμοί, τάχα ότι διαχειριζόμαστε τις τύχες και το μέλλον μας, καμαρωτοί στη σειρά για να βρεθούμε πίσω από το παραβάν, να αξιοποιήσουμε τα «δικαιώματα» του πολίτη! Μας παραμυθιάζουν οι ανίκανοι, ενώ το ξέρουμε, το βλέπουμε: Η δευτεράντζα της κομματοκρατίας, δήμαρχοι, νομάρχες, περιφερειάρχες τώρα ή ό,τι άλλο παραπληρωματικό, ούτε τις λακκούβες στους δρόμους ή τις αγέλες των αδέσποτων δεν είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν. Τοποτηρητές είναι, ελάσσονες, των κομματικών συμφερόντων.

Βρίσκουν και τα κάνουν. Οι μάζες των ευνουχισμένων, των δίχως σκέψη και κρίση ψηφοφόρων, μοιάζει να μην έχουν καταλάβει πού έχουμε φτάσει και γιατί. Γιατί σε λούκι στερήσεων, φτώχειας, ανεργίας, εφιαλτικής αβεβαιότητας για το αύριο, γιατί πουθενά ελπίδα ανάκαμψης; Πώς βρέθηκε να είναι πρωθυπουργός ένα τόσο μειονεκτικό άτομο με τόσο κραυγαλέα υστερήματα, πώς γίνεται να έχουμε υπουργό Εξωτερικών και υπουργό Οικονομικών ανθρώπους πρωτόπειρους, πρωτοφανέρωτους στον δημόσιο βίο, σήμερα που διακυβεύεται η ίδια η ιστορική μας επιβίωση, η αξιοπιστία και η τιμή του ονόματός μας στον διεθνή στίβο; Δεν είχε τίποτε καλύτερο να επιστρατεύσει το κομματικό μας σύστημα στην κρίσιμη αυτή ώρα;

Οχι, δεν είχε, είναι φανερό. Η αξιωματική αντιπολίτευση είναι μια εξ ίσου θλιβερή και ευτελισμένη συναγωγή μετριοτήτων, σπιθαμιαία αναστήματα λιμασμένων για επιστροφή στην εξουσία, αναπολόγητων ακόμη για πράξεις απύθμενης φαυλότητας και διαφθοράς. Αυτά τα «κόμματα εξουσίας» δεν είναι πολιτικοί σχηματισμοί, είναι καρκινώματα στο κοινωνικό σώμα, εστίες μολυσματικές, απεργάζονται θάνατο. Ομως, η κρίσιμη εκλογική μάζα, ψηφοφόροι δίχως σκέψη και κρίση, τους εκλεκτούς αυτών των κομμάτων θα ψηφίσουν, δεν καταφέρνουν να συνδέσουν τον εφιάλτη που ζούμε με τα συγκεκριμένα εγκλήματα που τον προκάλεσαν και με τους αυτουργούς των εγκλημάτων.

Ο ευνουχισμός έχει συντελεστεί μεθοδικά, έντεχνα, «ανεπαισθήτως». Αν υπάρξουν ιστορικοί στο μέλλον με ενδιαφέρον για την περίπτωσή μας, το υλικό μελέτης του ευνουχισμού μας θα τους προσφερθεί άφθονο: Τα σχολικά βιβλία που τιτλοφορούνται «Η Γλώσσα μας», ο γκαιμπελικός προπαγανδισμός του ψυχωτικού «φιλαθλητισμού», του κρατικού τζόγου, ο επιχορηγούμενος κιτρινισμός και κρετινισμός των τηλεοπτικών καναλιών. Ακρως αποτελεσματικές πρακτικές εξηλιθίωσης της κρίσιμης εκλογικής μάζας.

Ετσι έχουν εξασφαλισμένη και αυτή τη φορά την επανεκλογή τους δήμαρχοι εξοργιστικής ανικανότητας, επιβαρυμένοι με εγκλήματα φαυλότητας σε προγενέστερες υπουργικές τους θητείες. Σίγουρη η επανεκλογή και νομαρχών που εκκρεμούν σε βάρος τους ποινικές διώξεις, θριαμβική η επικράτηση πληθώρας ασημαντοτήτων, ανθρώπων θλιβερού επιπέδου ικανοτήτων και καλλιέργειας, με μοναδικό προσόν το κομματικό χρίσμα.

Η «μαγιά» που αντιστέκεται στον εξανδραποδισμό λογαριάζει τους κομματικά κεχρισμένους, όποιοι κι αν είναι, σαν χολεριασμένους. Ακομμάτιστους υποψήφιους τους ψηφίζει. Οπου δεν υπάρχουν: λευκό ή αποχή.

Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010

Οι βάρβαροι έχουν έρθει εδώ και καιρό...

Αναδημοσίευση από Γιάννης Σταύρου - Ζωγραφική

Εικόνες της Ελλάδας που κάποτε γνωρίσαμε - τις θέλουμε πίσω...

Αλλοίμονο!

Φτάσαμε στο τέλος πια - και δυστυχώς θα συνεχίζεται σαν άπατο βαρέλι...

Λεηλασία του κοινωνικού και οικονομικού βίου, απόλυτη βαρβαρότητα, χυδαιότητα, εκπόρνευση...

Αυτή είναι η χώρα. Οι βάρβαροι έχουν έρθει εδώ και καιρό κι εμείς μέσα στη ραστώνη μας απλώς τους περιμένουμε, κατά τον ποιητή...

Θέλουμε την Ελλάδα πίσω...

«...δεν έχω δει ποτέ στη ζωή µου εξουσία χωρίς βία, γι αυτό δηλώνω αντεξουσιαστής, θέλω να κρατήσω αυτό το περήφανο µπαϊράκι τού απέξω, του περιθωριακού, του ανένταχτου»
Νίκος Κούνδουρος

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 22-10-2010:

Αντιµέτωπος µε τρεις ληστές βρέθηκε χθες τα ξηµερώµατα, µέσα στο σπίτι του στο Μετς ο Νίκος Κούνδουρος.

Οι δράστες έδεσαν και χτύπησαν τον 84χρονο σκηνοθέτη και απειλώντας τη ζωή
του ζητούσαν να τους αποκαλύψει τον συνδυασµό ενός µικρού χρηµατοκιβωτίου.

Ο Νίκος Κούνδουρος νοσηλεύεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκοµείο της Αθήνας. Ο «πατριάρχης του ελληνικού κινηµατογράφου» και γνωστός για το αιχµηρό χιούµορ του, σκηνοθέτης του «Δράκου», αιφνιδιάσθηκε από τους ληστές αλλοδαπούς κατά την Αστυνοµία που εισέβαλαν στη µονοκατοικία του στο ΜΕΤΣ κατά τις τρεις τα ξηµερώµατα της Πέµπτης. Με σπασµένα πλευρά, υγρό στους πνεύµονες και καρδιολογικά προβλήµατα, νοσηλεύτηκε τις πρώτες ώρες στην Εντατική του Γενικού Κρατικού «Γιώργος Γεννηµατάς» και τώρα βρίσκεται στην καρδιολογική µονάδα.

Συλλέκτης
Εικόνα διάλυσης παρουσιάζει το σπίτι του Νίκου Κούνδουρου. Οι δράστες αναστάτωσαν τα πάντα αναζητώντας µετρητά, ενώ στη συνέχεια έδεσαν και άρχισαν να χτυπούν το θύµα τους, προκειµένου να τον εξαναγκάσουν να τους υποδείξει πού βρίσκονται τα χρήµατα.

Λόγω του σοκ που είχε υποστεί ο Νίκος Κούνδουρος δεν µπορούσε να απαντήσει και οι ληστές νοµίζοντας ότι αντιστέκεται τον χτύπησαν ακόµη πιο βίαια. Η Αστυνοµία αναφέρει ότι έχουν αφαιρεθεί 3.000 ευρώ από το σπίτι, αλλά δεν είναι σε θέση να εκτιµήσει αν έχουν κλαπεί άλλα αντικείµενα, καθώς ο σκηνοθέτης είναι συλλέκτης εικόνων, έργων τέχνης και παραδοσιακών αντικειµένων κυρίως από τη γενέτειρά του Κρήτη και µόνον ο ίδιος µπορεί να διαπιστώσει την απουσία τους.


Ο ΝΙΚΟΣ Κούνδουρος γεννήθηκε στις 16 Δεκεµβρίου του 1926 στον Αγιο Νικόλαο Κρήτης. Γόνος µεγαλοαστικής οικογένειας πολιτικών µε µεγάλη παράδοση στην Κρήτη. Τελείωσε την Καλών Τεχνών σπουδάζοντας ζωγραφική και γλυπτική. Λόγω του ανεξάρτητου και επαναστατικού του χαρακτήρα, εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Εκεί αποφασίζει να ασχοληθεί µε το θέατρο και τον κινηµατογράφο. Το 1953 γυρίζει την πρώτη του ταινία, τη «Μαγική Πόλη» και το 1956 τον «Δράκο», που είναι ταινία-σταθµός για τον ελληνικό κινηµατογράφο, σαφώς επηρεασµένος από τον νεορεαλισµό και τον εξπρεσιονισµό. Ο «Δράκος» χαρακτηρίστηκε ως η καλύτερη ελληνική ταινία στη δεκαετία του 1950-1960.

Το ασυµβίβαστο του χαρακτήρα του δηµιουργεί πολλά προβλήµατα και διακόπτεται συχνά η καλλιτεχνική του δηµιουργία. «Το µίσος που έχω για την εξουσία γεννήθηκε όταν η δικτατορία της 4ης Αυγούστου κυνηγούσε τον πατέρα µου», είχε πει πριν από δύο χρόνια στα «ΝΕΑ» ο Νίκος Κούνδουρος και επέµενε ότι «δεν έχω δει ποτέ στη ζωή µου εξουσία χωρίς βία, γι αυτό δηλώνω αντεξουσιαστής, θέλω να κρατήσω αυτό το περήφανο µπαϊράκι τού απέξω, του περιθωριακού, του ανένταχτου».

«Σε όλες τις ταινίες µου, η Ελλάδα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο» , είχε δηλώσει. Προβλήµατα µε τη λογοκρισία αντιµετωπίζει η ταινία του «Παράνοµοι» (1958), που είναι η πρώτη ελληνική ταινία που αναφέρεται στον εµφύλιο πόλεµο. Στην επόµενη ταινία του «Το Ποτάµι» (1960) διαφωνεί µε τους αµερικανούς παραγωγούς ως προς το τελικό µοντάζ της ταινίας. Η ταινία προβάλλεται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης µε δύο διαφορετικές κόπιες και βραβεύεται, αλλά δεν προβάλλεται ποτέ στο κοινό. Το ίδιο συνέβη και µε την ταινία του «Vortex», τα γυρίσµατα της οποίας συνέπεσαν µε την επιβολή της δικτατορίας και ολοκληρώθηκαν στο εξωτερικό. Δεν διανέµεται ποτέ στο εµπορικό κύκλωµα και προβάλλεται µόνο σε µερικές ταινιοθήκες.

Πιο πρόσφατα ο Νίκος Κούνδουρος εµπλούτισε τη δηµιουργική του πορεία µε την τριλογία «1922», «Μπορντέλο» και «Μπάιρον, µπαλάντα για έναν δαίµονα». Τριλογία που συνιστά µια χρονολογική αντίστροφη διαδροµή στην ιστορία του ελληνισµού: Μικρασιατική Καταστροφή, Κρητική Επανάσταση, Εθνεγερσία του 1821.

Οι ταινίες του οροθετούν την αφετηρία της καλλιτεχνικής ιστορίας του ελληνικού κινηµατογράφου. Η σκηνοθετική του καριέρα κορυφώνεται το 1963 µε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου για την ταινία «Μικρές Αφροδίτες». Ο Νίκος Κούνδουρος είναι ένας ξεχωριστός δηµιουργός στην ιστορία του ελληνικού κινηµατογράφου, µε µια δυναµική και ασυµβίβαστη κινηµατογραφική γλώσσα.

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Μια βραδυά στην Κάσο...

Αφιερώνεται σε όσους επιμένουν να νοσταλγούν την Ελλάδα που χάσαμε...



Πρόσκληση

Παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος για την Κάσο
"KASSOS TIMELESS"
του Γιάννη Καρνεσιώτη
Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, στις 7 το απόγευμα

Την Κυριακή 8 Αυγούστου, η Κάσος αγκάλιασε γλυκά μια προσπάθεια να αποτυπωθεί φωτογραφικά το πέρασμα του χρόνου από πάνω κι από μέσα της, να τεκμηριωθεί το πόσο ουσιαστικά αναλλοίωτο έμεινε το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον της από το πέρασμα αυτό - κάτι, που δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε για πολλούς τόπους στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

Η προσπάθεια αυτή, όμως, δεν θα ήταν ολοκληρωμένη, αν δεν ακολουθούσε κι η παρουσίασή της στην Αθήνα, ώστε όσο το δυνατόν περισσότεροι να έρθουν σε επαφή με το ακριτικό αυτό νησί, να παροτρυνθούν να το επισκεφθούν, να το γνωρίσουν από κοντά και να βιώσουν το Αρχιπέλαγος σχεδόν απείραχτο, όπως ευτύχησαν να το γνωρίσουν οι γενιές πριν από μας, που τόκαναν θρύλο.

Οι φίλοι της Κάσου και οικοδεσπότες του "DIRTY GINGER", Έφη Γιαλούση και Νίκος Μαούνης, παραχώρησαν ευγενικά τον χώρο τους στο Γκάζι, σ' ένα από τα πιο νευραλγικά κι εύκολα προσβάσιμα σημεία της πόλης μας.

Κι όποιος θέλει να ρίξει μια κλεφτή πρώτη ματιά στην Κάσο, μέσα από τις σελίδες του δίγλωσσου λευκώματος "KASSOS TIMELESS" και να γνωρίσει από κοντά τους παράγοντες της έκδοσης μπορεί την επόμενη Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου, στις 7 το απόγευμα, να έρθει κοντά μας, στο "DIRTY GINGER", Τριπτολέμου 46 και Περσεφόνης, ακριβώς στην επάνω πλευρά του Σταθμού "Κεραμεικός" του Μετρό.

Απόσπασμα από το άρθρο του δημιουργού
του λευκώματος "Kasos Timeless"

Γιάννη Δ. Καρνεσιώτη
στην ηλεκτρονική εφημερίδα ΣΤΥΞ



"...Τελείως απρογραμμάτιστα, άρχισε να συγκροτείται το φωτογραφικό υλικό του «KASSOS TIMELESS», να δομείται και να παίρνει συγκεκριμένη μορφή, μέσα από την εστίαση του φακού όχι σε μονοσήμαντα τουριστικού ενδιαφέροντος θέματα, αλλά μάλλον σε γοητευτικές λεπτομέρειες, στοιχεία και τεκμήρια, με ιστορική φόρτιση και αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, που στην Κάσο ακόμα σώζονται και φορτίζουν με τον τρόπο τους την καθημερινότητα των κατοίκων και των περιηγητών.
Αυτή η διατήρησή τους, μ’ όλη την φθορά του χρόνου, αυτή η συνύπαρξη της σύγχρονης ζωής με τα σκόρπια κομμάτια του χθες είναι, άλλωστε, που έδωσε και τον τίτλο του Λευκώματος, αποτυπώνοντας την αντίληψή μου για μια κάσο άχρονη, έξω και πέρα από τον σημερινό χρόνο - μέσα, όμως, στην ιστορική διαδρομή του.
Η Κάσος είναι ένα νησί πολύπαθο, με μεγάλες οικονομικο-κοινωνικές κορυφώσεις αλλά και μεγάλες καταστροφές στο ιστορικό του. Τα τεκμήρια των «ανεβοκατεβασμάτων» αυτών στέκουν εδώ κι εκεί, σκόρπια στο φυσκό τοπίο, που μένει απείραχτο στον χρόνο και τα αγκαλιάζει όλα, ξέροντας πως, αν μη τι άλλο, είναι δικά του γεννήματα κι αυτά, όπως κι οι άνθρωποι, που τάφτιαξαν, οι άνθρωποι, που τάχασαν, που τάδαν να καίγονται, να καταστρέφονται, κι αναγκάσθηκαν να τα εγκαταλείψουν. Παλιά αρχοντικά, στρατηγικά προσανατολισμένα, αλλά και σπίτια μικρά, απλά, με ενδιαφέρουσες αρχιτεκτονικές λύσεις και λαϊκές ή λιγότερο λαϊκές διακοσμήσεις, χρώματα έντονα και χρώματα ξεθωριασμένα, πόρτες θαυμαστά διατηρημένες, παράθυρα ανοιχτά, λειτουργικά κι άλλα, που κρέμονται στο κενό, τοίχοι με θαυμαστή λιθοδομή και στολίσματα. Τέτοια κι άλλα βλέπει παντού ολόγυρά του ο Κασιώτης, από την ώρα που θα γεννηθεί, αλλά κι ο επισκέπτης, ο τουρίστας.
Είναι αλήθεια πως τόσα μισογκρεμισμένα σπίτια όσα έχει η Κάσος, προσωπικά, δεν έχω συναντήσει αλλού. Αλλά και πουθενά αλλού όλα αυτά τα ερείπια δεν αποτελούν τόσο αναπόσπαστο στοιχείο του τόπου...
Η Ελλάδα, όπως όλες οι αρχαίες χώρες κι οι αρχαίοι πολιτισμοί, είναι, βέβαια, έτσι κι αλλιώς μια χώρα με πολλά ερείπια και τα ερείπια μπορούν να διαβασθούν με πολλούς τρόπους. Κάποιοι τα βλέπουν ως φθορά, θάνατο, ασχήμια, άλλοι τα βλέπουν ως ιστορία, μικρή ή μεγαλύτερη, στοιχεία προς διερεύνηση, ευκαιρία για συμπεράσματα επιστημονικά. Εγώ επιλέγω να τα βλέπω πρωτίστως ως γοητευτική ζώσα ιστορία – ιστορία εν τω γιγνεσθαι: ζωή καθημερινή σε χρόνο παρελθόντα, ομορφιά, που λίγο πολύ άντεξε, όχι τυχαία, μέχρι τον δικό μας παρόντα χρόνο, δίδαγμα, που μπορεί να μας οδηγήσει σταθερά στον μέλλοντα χρόνο... αν θέλουμε!..

Μ’ αυτό το κίνητρο και αυτήν την συναισθηματική στάση, ο φακός της μηχανής μου αποτυπώνει σύρτες, κλειδαριές, πόρτες, πατζούρια, ρημαγμένους τοίχους, καμπάνες παλιές και ξωκλήσια στο αγαπημένο φόντο του Αιγαίου, με το μπλε της θάλασσας, τον αψεγάδιαστο ουρανό, το οικείο φαιό των βράχων, το καφέ του άνυδρου τοπίου.
Μ’ αυτή την διάθεση, ο φακός μου διασώζει και, νομίζω, τεκμηριώνει όχι μόνο την Κάσο καθ’ εαυτήν και το ιστορικό της παρελθόν, τα απομεινάρια από το ολοκαύτωμα του 1824 ή την μουσική της παράδοση και τους ανθρώπους, αλλά ιστορεί και την Ελληνικότητά τους, τα παραδίδει όλα στον θεατή ως ακέραιο κομμάτι του Αιγαίου Αρχιπελάγους και της Ελλάδας, μέσα από τις ομοιότητες και τις αναλογίες, μέσα από στοιχεία κοινά της ζωής και της μοίρας του γένους μας όλου.
Από μιαν άποψη, η επιλογή να μη δημιουργηθεί ένας φωτογραφικός τουριστικός οδηγός, που να προσελκύει τον τυχαίο τουρίστα στην Κάσο για μπάνια στα υπέροχα, πράγματι κρυστάλινα, γαλαζοπράσινα νερά, στοχεύει περισσότερο στο να προκαλέσει το ενδιαφέρον για το νησί συνολικά, για την ιστορία, τις παραδόσεις και τους ανθρώπους του, τον πλούσιο στην απλότητά του σημερινό τρόπο ζωής, την συνύπαρξη του παλιού με το καινούριο, εκεί όπου ένα σύγχρονο σπίτι ακουμπάει σ’ ένα μισογκρεμισμένο, εκεί όπου ένα τυρί γεννιέται ακόμη όπως και πριν από αιώνες, με σκληρή χειρωνακτική δουλειά και την φωτιά να καίει το καζάνι στο λιοπύρι, εκεί όπου μια πόρτα επιμένει ακόμα να σφαλίζει με έναν σύρτη μισοσκουριασμένο, απ’ αυτούς, που δεν φτιάχνονται πια κι ίσως ποτέ να μη ξαναφτιαχτούν...

Το Λεύκωμα απευθύνεται στους νέους της Κάσου και στους νέους του Αιγαίου – τους ίδιους, που με σπίθα στο βλέμμα παίζουν λύρα, τουμπάκι, σαμπούνα ή λαγούτο και χορεύουν τους χορούς της πατρίδας τους – και τους παροτρύνει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν όσα μπορούν από την παράδοση, να εντάξουν στην σύγχρονη καθημερινότητά τους τρόπους άξιους κι αποτελεσματικούς από το χθες, τρόπους ζωής, τρόπους γλεντιού, τρόπους δουλειάς, τρόπους χτισίματος των σπιτιών, να κρατηθούν όσο γίνεται μακριά από τα κυριολεκτικώς και μεταφορικώς λάμποντα υλικά, το αλουμίνιο, το πλεξιγκλάς, το πλαστικό, να σταθούν στα χοντρά τοιχώματα, στον ασβέστη, στα μικρά κουφώματα, στα σπίτια, που χτίζονται σε διαστάσεις και αρμονία με το φυσικό τοπίο και την κλίμακά του, σε συμφωνία με τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες κι όχι με την αλαζονεία ή την επιδεικτικότητα, που βαραίνουν αχρείαστα άλλα νησιά του Αρχιπελάγους..."

Απελευθέρωση από τον ζυγό της κομματοκρατίας

Θέλουμε την Ελλάδα πίσω!

Η αχαλίνωτη, διεφθαρμένη κομματοκρατία που εμείς της επιτρέπουμε να διαιωνίζεται...

Επιτέλους, ας αντισταθούμε...

"Τα φάγαμε όλοι μαζί"

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17-10-2010

του Χρηστου Γιανναρα

Ακόμα και ο πιο στυγνός κυνισμός, η ιταμότητα, έχει όρια. Μόνο η θρασύτητα του κομματικού αμοραλισμού δεν έχει. Είναι αχαλίνωτη. Το αποδείχνει η φράση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, η «ερμηνεία» του για την οικονομική χρεοκοπία της χώρας: «Τα φάγαμε όλοι μαζί (κυβερνώντες και κυβερνώμενοι), σας διορίζαμε για χρόνια»! Σίγουρα το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απλώς κόμμα, είναι κοινωνικό σύμπτωμα. Δημιούργησε ανθρωπολογικό τύπο.

Με δεδομένη την καταλήστευση του κοινωνικού χρήματος από το κομματικό κράτος, την επιτροπεία που επέβαλαν στη χώρα οι δανειστές της, χαμένη την εθνική κυριαρχία (το ομολόγησε ευήθως ο πρωθυπουργός), οι αυτουργοί του εγκλήματος θέλουν να μας πείσουν ότι είμαστε συνένοχοι. Ναι, από τα πιο ύπουλα τεχνάσματα κάθε απανθρωπίας είναι η προσπάθεια να ενοχοποιηθεί το θύμα. Και για λόγους δυσεξήγητων ψυχολογικών διεργασιών το θύμα είναι συνήθως ευεπίφορο στην ενοχοποίηση. Το ξέρουν οι αετονύχηδες της ιδιοτέλειας κομματάνθρωποι, από καταβολής ελλαδικού κράτους.

Εχουν αλλοτριώσει συνειδητά και από πρόθεση την αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε σύστημα πελατειακών σχέσεων: εξαγοράζουν ψήφους (δηλαδή συνειδήσεις) αντιπαρέχοντας διορισμούς στο Δημόσιο. Κάθε κόμμα εξασφαλίζει τα «δικά του παιδιά» σε απίστευτους αριθμούς – ξέφρενο και διαρκές όργιο γιγαντισμού του κράτους. Και όταν η οικονομία καταρρέει γιατί δεν αντέχει να συντηρεί στρατιές αργόσχολης δημοσιοϋπαλληλίας, τότε επιστρατεύεται το τέχνασμα της ενοχοποίησης των θυμάτων: Μισή ενοχή δική μας, μισή δική σας, «τα φάγαμε μαζί».

Λογική και αντανακλαστικά μαστροπών: Προσφέρουν δόλωμα την αμειβόμενη με χρήμα ακολασία (προάγουν σε ακολασία) και στη συνέχεια λοιδορούν και προπηλακίζουν το θύμα για εκπόρνευση, διαφθορά, εκμαυλισμό. Θέλουν να αγνοούν ότι ο ρόλος που οι πολίτες αναθέτουν στον πολιτικό είναι να διακονεί (να «υπουργεί») τις κοινές ανάγκες, όχι να εκμαυλίζει ψηφοφόρους, εξαγοράζοντας την ψήφο τους για τη δική του εξουσιολαγνεία. Είναι φυσικά εύκολο να μεταβάλλεις τον πολίτη σε πελάτη: η φύση του ανθρώπου ρέπει στην ιδιοτέλεια, η ανάγκη για εξασφάλιση, για σιγουριά, είναι ορμή ενστικτώδης, αδυσώπητη, ανταποκρίνεται αντανακλαστικά στο δόλωμα του ρουσφετιού.

Γι’ αυτό η εξουσία είχε πάντοτε αυτονόητα και παιδαγωγικό χαρακτήρα, υπηρετούσε το κοινωνικό γεγονός, το άθλημα των σχέσεων, της συνύπαρξης, όχι τη θωράκιση ατομικών συμφερόντων.

Η φράση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης «μαζί τα φάγαμε» δικαιολογεί και νομιμοποιεί την πιο αδίστακτη αντικοινωνική συμπεριφορά της εξουσίας, παραπέμπει στην εκφραστική μαστροπών, στην απανθρωπία της αδιαφορίας για κάθε λογική κοινωνικού υπουργήματος. Δεν συμβιβάζεται με πολιτικό αξίωμα, με την τιμή της διακονίας ελπίδων και στόχων του λαού, διαχείρισης της εμπιστοσύνης του. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι: πότε επιτέλους θα αφυπνισθεί σε στοιχειώδεις επιγνώσεις αυτός ο λαός, πότε θα συνειδητοποιήσει ότι είναι μόνο θύμα, όχι συνεργός των φαυλεπίφαυλων επαγγελματιών της εξουσίας.

Πότε θα απαιτήσει καινούργιο Σύνταγμα, θεσμική απελευθέρωση από τον ζυγό της κομματοκρατίας.

Η οικονομία βυθίζεται όλο και πιο αδιέξοδα στην ύφεση, οι στρατιές των απελπισμένων ανέργων πληθύνονται καθημερινά, η παραγωγή μειώνεται δραματικά, η αγορά φθίνει, τα καταστήματα κλείνουν με πρόοδο γεωμετρική που, κυριολεκτικά, πανικοβάλλει. Ομως τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν, ολοφάνερα, πρώτο τους μέλημα τις επερχόμενες εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια τετριμμένα στερεότυπα για τα εγκλήματα της Ν.Δ., με τόσο φτηνιάρικη εμπάθεια και τόσο κραυγαλέα μονομέρεια, που τελικά μάλλον αμβλύνει τη λαϊκή οργή για τους αντιπάλους του, τη μεταστρέφει σε αηδία και απέχθεια για τη δική του μικροϊνική ρητορική. Πολιτικό λόγο σε τόσο χαμηλό διανοητικό και γλωσσικό επίπεδο ίσως δεν είχε ακούσει ποτέ άλλοτε στην παρακμιακή της κατρακύλα η ελληνική κοινωνία.

Και η άκρα ευτέλεια του πρωθυπουργικού λόγου επιβάλλεται ως κεντρικό θέμα κάθε Δελτίου Ειδήσεων (καταλαμβάνει τα δύο τρία περίπου του συνολικού τηλεοπτικού χρόνου) στα κρατικά κανάλια. Απαντάει ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ανάλογου επιπέδου ευφυολογήματα, ώστε ο απελπισμός του κάποιας νοημοσύνης πολίτη να ολοκληρώνεται τεκμηριωμένα. Σίγουρα υπάρχει ενοχή της ελλαδικής κοινωνίας γι’ αυτό το ανατριχιαστικό κατάντημα. Οχι επειδή «τα έφαγε μαζί» με τις κομματικές συντεχνίες της κλεπτοκρατίας, αλλά επειδή δεν προσβάλλεται από το κρετινικό τους επίπεδο, δεν αντιδρά, είναι έτοιμη να ψηφίσει και πάλι τους επίσημους εγκαθέτους της κλεπτοκρατίας (ή τους ευνοουμένους της) στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Το συνετό (σοφό θα έλεγα) κομμάτι του ελλαδικού πληθυσμού (ελάχιστο αριθμητικά, αλλά όχι ευκαταφρόνητο σε δυναμική επιρροής) δεν ψηφίζει ιδεολογικές ετικέτες, ψηφίζει πρόσωπα. Στην πρόκριση προσώπων, στην αξιολόγηση προσώπων, στην εμπιστοσύνη σε πρόσωπα απηχείται ελληνική ιδιαιτερότητα αιώνων: εθισμοί στην ευθύνη της ελευθερίας, όχι πειθάρχηση σε αυθεντίες «ορθής» ιδεολογίας και «αποτελεσματικής» ηθικής. Ετσι, το συνετό κομμάτι της ελλαδικής κοινωνίας θα ήταν μάλλον έτοιμο να ευνοήσει τη μετάθεση εμπιστοσύνης από τον μειονεκτικό γόνο των Παπανδρέου στον Αντώνη Σαμαρά: Εστω και μόνο για το κουράγιο του να αντιπαλέψει επί χρόνια τη μητσοτακική παραλλαγή του παπανδρεϊσμού και παρά τη συμπόρευσή του με τον ύστερο, τον ανεκδιήγητης ανικανότητας, καραμανλισμό.

Με άλλα λόγια: το εκλογικά (και σοφά) περιφερόμενο κομμάτι της ελλαδικής κοινωνίας, οι πολίτες που κάθε φορά κρίνουν και ψηφίζουν το μη χείρον, θα ήταν μάλλον έτοιμοι να δώσουν και στον Α. Σαμαρά ιστορική ευκαιρία, να του εμπιστευθούν την παλιγγενεσία της πατρίδας, έστω λίγους μόνο μήνες μετά το καραμανλικό (του βραχέος) φιάσκο. Αρκεί να είχαν πειστήρια για την τόλμη του να διακινδυνεύσει ριζικές αλλαγές. Και τα πειστήρια θα ήσαν δύο: Αν μιλούσε «άλλη» γλώσσα. Και αν έβαζε βαθιά, αμείλικτα το μαχαίρι στο σαπισμένο από χρόνια κόμμα της Ν.Δ.

Δεν θα ήταν κάτι απλό να μιλούσε «άλλη» γλώσσα ο Α. Σαμαράς. «Αλλη» γλώσσα θα σήμαινε άλλη θέα της πραγματικότητας από αυτήν που έχει σήμερα, άλλη νοο-τροπία (τρόπο του νοείν), άλλες ιεραρχήσεις προτεραιοτήτων, άλλες κοινωνικές στοχεύσεις, άλλη αίσθηση της ελληνικότητας, άλλη εκδοχή της πολιτικής. Και από όλες αυτές τις κατακτημένες διαφορετικότητες θα προέκυπτε άλλο λεξιλόγιο, άλλη εκφραστική, άλλη φυσιογνωμική σημειολογία. Σήμερα ο Α. Σαμαράς είναι για την ελλαδική πολιτική σκηνή «μία από τα ίδια», διότι τίποτε από τα όσα προϋποθέτει μια «άλλη» γλώσσα δεν μοιάζει να το διαθέτει.

Το τι σημαίνει «βαθιά το μαχαίρι στο σάπιο κόμμα», είναι προφανέστερο. Ο Α.Σ. δεν τόλμησε να αποκόψει θαρραλέα ούτε τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις ανίκανων, διεφθαρμένων, μαΐστρων της φαυλότητας. Πληρώνει γραμμάτια υποχρέωσης σε υποστηρικτές της αρχηγικής εκλογής του και όσες αλλαγές τόλμησε σε διευθυντικές κομματικές θέσεις, μοιάζει απλώς να μετέβαλαν τις ισορροπίες του παραγοντισμού (όχι και τη λογική του παραγοντισμού) στη λειτουργία του κόμματος. Τα κριτήριά του για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ποιότητας είναι εντελώς απογοητευτικά στην περίπτωση των υποψηφίων που ευνόησε για τις εκλογές αυτοδιοίκησης – ο εξοργιστικά αποτυχημένος στην πρώτη του θητεία δήμαρχος Αθηναίων, οι προσβλητικές της αξιοπρέπειας παρουσίες στο ψηφοδέλτιό του, ο ανύπαρκτος στον κοινωνικό στίβο υποψήφιος περιφερειάρχης Αττικής, και πάει λέγοντας.

Στον ορίζοντα δεν υπάρχει δυνατότητα για τιμωρό απάντηση στην ιταμότητα που μας καθιστά όλους συνένοχους της κλεπτοκρατίας.