Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Περί τεχνών - Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα

Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα


Γιάννης Σταύρου, Λιμάνι σε κόκκινο φόντο, λάδι σε καμβά

ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

http://www.poetrysymposium.gr

Η Ποίηση Χθες και Αύριο

Πάτρα 1 − 4 Ιουλίου 2010

Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΠΕΜΠΤΗ

Απόγευμα, 17.30

Πρόεδρος: Αλέξης Λυκουργιώτης

Α΄ ΜΕΡΟΣ

ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΜΠΟΣΙΟ

  • Κώστας Κρεμμύδας: Στατιστικά στοιχεία από τα τριαντάχρονα του Συμποσίου

· Παρουσίαση του αφιερωματικού τόμου Το Συμπόσιο Ποίησης (1981-2009). Ένα πανόραμα, εκδόσεις «Το δόντι», 2010

Ανάγνωση ανθολογούμενων αποσπασμάτων από τις εισηγήσεις των Συμποσίων Α΄-ΚΘ΄ – Απαγγελία ανθολογούμενων ποιημάτων

Απαγγέλλει: Ασπασία Λυκουργιώτη

  • Φωνές του Συμποσίου. Παρουσίαση CD, «Το δόντι», 2010

Θα ακουστούν ηχογραφημένα αποσπάσματα ομιλητών και ποιητών που συμμετείχαν στα 29 χρόνια του Συμποσίου.

  • Παρουσίαση του τόμου Μια σύγχρονη ματιά στην ποιητική μας παράδοση. Μια νέα μελέτη του δημοτικού τραγουδιού και δεκαπέντε σημαντικών ποιητών μας. Πρακτικά του Σεμιναρίου που συνδιοργανώθηκε από το Συμπόσιο Ποίησης και το Πανεπιστήμιο Πατρών, 9 Μαρτίου – 21 Δεκεμβρίου 2009, εκδόσεις «Το δόντι», 2010

  • Προτάσεις για το μέλλον του Συμποσίου από Συνέδρους

Β΄ ΜΕΡΟΣ

Παρουσίαση της Ανθολογίας Ηλειακής Ποίησης (1950-2010), εκδόσεις «Ταξιδευτής», 2010

Κώστας Κρεμμύδας – Ξένη Σκαρτσή

Απαγγελία ποιημάτων ανθολογούμενων ποιητών

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Πρωί, 09.00

Πρόεδροι: Σταύρος Κουμπιάς – Αλέξης Ζήρας

Αλέξης Ζήρας: Νέοι Έλληνες ποιητές (γεννημένοι από το 1980 και μετά): Μια παρουσίαση

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ: Η ποίηση χθες και αύριο

Σωτήρης Π. Βαρνάβας, Ξενοφών Βερύκιος, Βούλα Επιτροπάκη (ποιήτρια), Δημήτρης Κατσαγάνης, Κώστας Κρεμμύδας, Αλέξης Λυκουργιώτης, Ξένη Σκαρτσή, Γιώργος Τσιρώνης (ποιητής), Αλέξανδρος Φωσταίνης (ποιητής), Δημήτρης Χαρίτος

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΝΕΔΡΩΝ

Συζήτηση

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Απόγευμα, 17.30

Πρόεδρος: Ζωή Σαμαρά

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Σάββας Μιχαήλ: Η ποίηση το μέλλον

Γιώργος Κεντρωτής: Η γλώσσα της ποίησης χτες και αύριo

Κώστας Στεργιόπουλος: ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας, Η ποίησή μας στο χτες και στο αύριο

Χρίστος Ρουμελιωτάκης, ποιητής: Sur des penseurs nouveaux faisons des vers antiques?

Αλέξης Ζήρας: Η ποίηση δεν απαντά στην οίηση της εποχής αλλά στα ερείπιά της

Συζήτηση - Παρεμβάσεις

ΣΑΒΒΑΤΟ

Πρωί, 09.00

Πρόεδρος: Κώστας Στεργιόπουλος

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

  • Χρίστος Αλεξίου: Σικελιανός-Σεφέρης-Ρίτσος: Τρεις μεγάλοι ποιητές οραματίζονται τον μεταπολεμικό κόσμο
  • Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου, Ομότιμη καθηγήτρια Παν/μίου Ιωαννίνων: Μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τις «ανατροπές» στην ελληνική ποίηση της δεκαετίας του 1930
  • Ζωή Σαμαρά, Ομότιμη καθηγήτρια Θεωρίας Λογοτεχνίας και Θεάτρου, ΑΠΘ: Η ετερότητα του μέλλοντος
  • Έλλη Φιλοκύπρου, επίκ. καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ: Ο ποιητής στην έρημο της Ιστορίας: από την ηρωική στάση στη διαρκή ένταση
  • Κατερίνα Κωστίου, αν. καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας Παν/μίου Πατρών: Οι μεταμορφώσεις της Μούσας στο γύρισμα των αιώνων
  • Ανδρέας Μπελεζίνης: «Ο ποιητικός κανόνας και … ο κάνονας». Μια εναλλακτική πρόταση του Βασίλη Λαμπρόπουλου

Συζήτηση − Παρεμβάσεις

ΣΑΒΒΑΤΟ

Απόγευμα, 17.30

Πρόεδρος: Χρίστος Αλεξίου

ΚΡΙΤΙΚΟΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΠΟΙΗΤΕΣ

  • Σωτήρης Σαράκης: Δημήτρης Χαρίτος
  • Αλέξης Ζήρας: Γιώργος Μπλάνας
  • Γιάννης Δάλλας: Στέλιος Μαφρέδας
  • Χρίστος Αλεξίου: Θεόδωρος Βαής
  • Κώστας Κρεμμύδας: Χαρά Χρηστάρα
  • Σωκράτης Λ. Σκαρτσής: Δημήτρης Κωστήρης
  • Χρίστος Αλεξίου: Ελένη Καρασαββίδου
  • Χρυσούλα Σπυρέλη: Βασίλης Νιτσιάκος
  • Χάρης Μελιτάς: Γιώργος Νικολόπουλος
  • Μανόλης Τζάβλας: Γιάννης Βούλτος
  • Βάκης Λοϊζίδης: Θοδωρής Ρακόπουλος

ΚΥΡΙΑΚΗ

Πρωί, 9.00

Πρόεδρος: Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

  • Τιτίκα Δημητρούλια, κριτικός λογοτεχνίας: Η νεοελληνική ποίηση στα τέλη του 20ού και τις αρχές του 21ου αιώνα: εντάσεις και προοπτικές
  • Γιώργος Βαρθαλίτης, διδάκτωρ φιλολογίας, δοκιμιογράφος: Η ποίηση στο μεταίχμιο δυο χιλιετηρίδων
  • Γιώργος Γεωργούσης, ποιητής: H ποίηση στον 21ο αιώνα
  • Θωμάς Τσαλαπάτης, αρθρογράφος εφημερίδας «Εποχή», θεατρολόγος: Η κρίση της ποίησης και η ποίηση της κρίσης
  • Κωστής Τριανταφύλλου, ποιητής, εικαστικός καλλιτέχνης: Άγνωστος Χ στην Ποίηση

Συζήτηση − Παρεμβάσεις

Στα ενδιάμεσα των εισηγήσεων θα διαβάσουν ποίησή τους οι γεννημένοι από το 1980, χρονιά σχεδιασμού του Συμποσίου Ποίησης, και μετά ποιητές:

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Κατερίνα Αυγέρη, Νίκος Eρηνάκης, Πηνελόπη Ζαρδούκα, Κατερίνα Ζησάκη, Απόστολος Θηβαίος, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Ναταλία Κατσού, Χάρις Κοντού, Χρίστος Κρεμνιώτης, Ανέστης Μελιδώνης, Εύη Μπούκλη, Θωμάς Παπαστεργίου, Γιώργος Πέππας, Nόρα Ράλλη, Ειρήνη Σουργιαδάκη

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Σταύρος Κουμπιάς, Πρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών • Χρίστος Αλεξίου, τ. καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Birmingham, διευθυντής περιοδικού «Θέματα Λογοτεχνίας» • Σωτήρης Π. Βαρνάβας, καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, ποιητής • Ξενοφών Βερύκιος, καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, ποιητής • Αλέξης Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας, πρόεδρος Εταιρείας Συγγραφέων • Κώστας Καπέλας, υπεύθυνος Bιβλιοπωλείου Πολύεδρο • Δημήτρης Κατσαγάνης, ποιητής, κριτικός • Γιώργος Κεντρωτής, καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, ποιητής, μεταφραστής • Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής, διδάκτωρ, εκδότης περιοδικού «Μανδραγόρας» • Αλέξης Λυκουργιώτης, καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, πρώην Πρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών, πρώην Πρόεδρος Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ποιητής • Σάββας Μιχαήλ, δοκιμιογράφος, κριτικός • Θανάσης Νάκας, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών • Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, ποιητής, Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών • Ξένη Σκαρτσή, ποιήτρια, δρ φιλολογίας • Λύντια Στεφάνου, ποιήτρια, μεταφράστρια, δοκιμιογράφος • Δημήτρης Χαρίτος, κινηματογραφικός κριτικός, ποιητής

Επίτιμα Μέλη

• Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, κριτικός

• Ανδρέας Μπελεζίνης, φιλόλογος, κριτικός

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Θεώνη Πουλή (νηπιαγωγός) Υπεύθυνη Γραμματείας – Ιωάννα Μουστάκα (πτυχιούχος ΑΤΕΙ): Υποδοχή και Εγγραφή Συνέδρων, Γραμματεία Συνεδριάσεων • Ιωάννα Μπαρούτα (νηπιαγωγός) – Γεωργία Φωτεινού (φοιτήτρια Γεωλογίας): Βιβλία συνέδρων • Γιάννης Χατζηπανταζής: Υπεύθυνος δικτυακού τόπου Συμποσίου • Θωμάς Παπαστεργίου (μεταπτυχιακός φοιτητής): Φωτογραφικό αρχείο

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Το Συμπόσιο είναι ανοιχτό σε όλους και η παρακολούθησή του είναι ελεύθερη. • Όλα τα μέλη του Συμποσίου είναι ισότιμα. • Οι σύνεδροι έχουν (κατά προτεραιότητα έναντι των ακροατών) το δικαίωμα ερώτησης, και παρέμβασης 5΄ στις εισηγήσεις (πρέπει όμως τη σχετική πρόθεσή τους να τη δηλώσουν στη Γραμματεία). Η δημοσίευσή τους αποφασίζεται από την Ο.Ε. • Η Γραμματεία βρίσκεται στη διάθεση των μελών του Συμποσίου καθ’ όλη τη διάρκεια των συνεδριάσεων. • Παρακαλούνται τα μέλη του Συμποσίου να δηλώνουν τα στοιχεία τους σ’ αυτήν κατά την άφιξή τους • Κατά τη διάρκεια του τετραημέρου θα λειτουργεί βιβλιοπωλείο • Τα μέλη του Συμποσίου μπορούν να εκθέτουν βιβλία, φωτοτυπίες έργων ή ανακοινώσεις τους στο χώρο του Συμποσίου (μετά από συνεννόηση με τη Γραμματεία). • Τα έξοδα συμμετοχής στο Συμπόσιο ανέρχονται στο ποσό των 30€. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και η παραλαβή του τόμου των Πρακτικών στο χώρο του Συμποσίου (η ταχυδρομική αποστολή των Πρακτικών επιβαρύνεται με επιπλέον κόστος 5€). • Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προμηθεύονται τα Πρακτικά προηγούμενων Συμποσίων, την Ανθολογία Αχαϊκής Ποίησης (1950-2005), την Ανθολογία Επτανησιακής Ποίησης (1950-2006) και την Ανθολογία Διαγωνισμού Ποίησης ΚΕ΄ Συμποσίου από τον εκδ. οίκο «Περί Τεχνών», Κανακάρη 65, 262 21 Πάτρα, τηλ. 2610 625257, την Ανθολογία Κρητικής Ποίησης (1950-2007) και την Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης (1950-2008) από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής», Ιπποκράτους 56, 10680 Αθήνα, τηλ. 210 3628852.

Διεύθυνση Συμποσίου: Τ.Θ. 1142, Τ.Κ. 26110, Πάτρα, τηλ. 2610 991343, ηλ. δ/νση: info@poetrysymposium.gr

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1. Ξενοδοχεία: Rion Beach, Γ΄ κατηγ., στην παραλία του Ρίου, τηλ. 2610991.421-2 ● Porto Rio, Α΄ κατηγ. στην παραλία του Ρίου, τηλ. 2610992.102 ● Achaia Beach, Β΄ κατηγ., στην Παραλία Προαστείου, τηλ. 2610991.801 ● Castello, Β΄κατηγ., Ρίο, τηλ. 2610 992957 ● Γεώργιος, Γ΄ κατηγ., Ρίο, τηλ. 26100992627 ● Απόλλων, Β΄ κατηγ., Ρίο, τηλ. 2610990426 ● Αστήρ, Α΄ κατηγ., Πάτρα, τηλ. 2610 277.502, 2610 279.812 ● Δελφίνι, Γ΄ κατηγ., στην Τερψιθέα, τηλ. 2610 421.001-5 ● Τζάκι, Παραλία Προαστίου, τηλ. 2610453960 ● Achaia Beach, Β΄ κατηγ., στην Παραλία Προαστίου, τηλ. 2610991.801 ● Ροδινή, Ψαθόπυργος, τηλ. 2610931300

2. Εστιατόρια: Σ’ ολόκληρη την παραλία του Ρίου και της Πάτρας και στο εσωτερικό του Ρίου και στους κοντινούς στη θάλασσα δρόμους της Πάτρας λειτουργούν διάφορα εστιατόρια.

3. Χρήσιμα τηλέφωνα: Τουριστική Αστυνομία: 2610276.998, 451.833, Πρακτορείο ΚΤΕΛ: 2610623.887-8, Πρακτορείο ΟΣΕ: 2610639108-9, Ραδιοταξί: 18300, 2610 450.000

4. Το λεωφορείο αρ. 6 ξεκινά από τη γωνία Κορίνθου- Ερμού στην Πάτρα, συνεχίζει στο Πανεπιστήμιο και φτάνει στο Ρίο.

5. Πληροφορίες για το Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών και την πρόσβαση σ’ αυτό: http://www.confer.upatras.gr

Το Συμπόσιο τελεί υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Πατρών

[Η ανακοίνωση αυτή είναι και πρόσκληση στο Συμπόσιο]

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Μουσική & ζωγραφική...

Στους ήχους της μουσικής...

Στον παλμό των χρωμάτων & της ζωγραφικής...


Γιάννης Σταύρου, Στο κύμα II, λάδι σε καμβά


Σαν σήμερα, το 1882, γεννήθηκε ο συνθέτης Ιγκορ Φιόντοροβιτς Στραβίνσκι. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Στραβίνσκι ερωτήθηκε από ένα φρουρό των γαλλικών συνόρων τι επαγγελλόταν. «Είμαι εφευρέτης μουσικής» απάντησε. Η απάντηση ήταν χαρακτηριστική του ρώσου συνθέτη: πεζή, βέβαιη και διόλου ρομαντική. Ο Στραβίνσκι επίσης αρνούνταν επίμονα πως η έμπνευση ενός συνθέτη προέρχεται από κάποια θεϊκή παρέμβαση ­ η δική του έμπνευση προερχόταν από τις ανάγκες των επόμενων αναθέσεών του.

Της Νίνας-Μαρίας Πασχαλίδου από το Βήμα.

Με την ιδιόρρυθμη γοητεία του ο Στραβίνσκι προξενούσε έκπληξη και περιέργεια στον περίγυρό του. Οι αντιθέσεις του προκαλούσαν δέος. Παρ' όλη τη νευρικότητά του η ικανότητά του να ελκύει τους γύρω του ήταν χαρισματική. Είχε πολλούς φίλους αλλά και κόλακες, οι βασικοί του φίλοι υπήρξαν οι συνθέτες Κλοντ Ντεμπυσί και Μορίς Ραβέλ, ο Πάμπλο Πικάσο, ο Βασλάβ Νιζίνσκι και ο Ζαν Κοκτό. Ο Στραβίνσκι στη ζωή του μετακινήθηκε πολύ, από τη Ρωσία όπου ζούσε ως το 1914 στην Ελβετία (1914-1920), ύστερα στη Γαλλία (1920-1939) και τέλος στις Ηνωμένες Πολιτείες (1939 ως τον θάνατό του). Σύμφωνα με τον ίδιο, σε κανένα από αυτά τα σπίτια δεν μπορούσε να ησυχάσει τη νύχτα αν δεν έκαιγε ένα φως έξω από την πόρτα του. Με αυτόν τον τρόπο τον έπαιρνε ο ύπνος στην Αγία Πετρούπολη, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια.

Ο Ιγκορ Στραβίνσκι γεννήθηκε το 1882 στο Οράνιενμπαουμ, κοντά στην Πετρούπολη. Ηταν ο τρίτος από του τέσσερις γιους των Αννα Κολοντόφσκι και Φιόντορ Ιγκνιάτιεβιτς Στραβίνσκι. Ο πατέρας του ήταν η κύρια μπάσα φωνή της Αυτοκρατορικής Οπερας της Αγίας Πετρούπολης. Η μουσική μόρφωση του Στραβίνσκι ξεκίνησε στο πλευρό του μεγάλου ρώσου συνθέτη Νικολάι Ρίμσκι Κόρσακοφ. Κάτω από την επίβλεψή του ο νεαρός συνθέτης συνέθεσε τα πρώτα του ορχηστικά κομμάτια, μια συμφωνία και μια σουίτα.

Το 1908 ο Στραβίνσκι ταχυδρόμησε στον δάσκαλό του την παρτιτούρα ενός καινούργιου ορχηστικού κομματιού, τα «Πυροτεχνήματα». Το πακέτο επιστράφηκε στον αποστολέα συνοδευόμενο από ένα σημείωμα. «Δεν παραδόθηκε λόγω θανάτου του αποδέκτη». Η επίσημη εκπαίδευση του συνθέτη είχε λάβει τέλος.

Ανάμεσα στις πρώτες συνθέσεις του Στραβίνσκι, γραμμένες κάτω από το βλέμμα του μοναδικού του δασκάλου, και τις συνθέσεις ενός ώριμου άνδρα μεσολάβησαν περίπου εκατό δημιουργίες: συμφωνίες, κοντσέρτα, κομμάτια δωματίου, τραγούδια, σονάτες πιάνου, όπερες και κυρίως μπαλέτα. Η επιρροή αυτών των δημιουργιών ήταν εμβριθής. Αμέσως μετά τον χαμό του δασκάλου του ο Ιγκορ Στραβίνσκι στράφηκε προς τη μουσική ψυχοσύνθεση των γάλλων ιμπρεσιονιστών Κλοντ Ντεμπυσί και Μορίς Ραβέλ, ενώ παράλληλα διατήρησε την εθνικιστική του αντίληψη. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα μουσικά κομμάτια «Πυροτεχνήματα», «Ο Φαύνος και η Βοσκοπούλα» και το μπαλέτο «Πουλί της Φωτιάς».

Η πρωτοτυπία του έργου «Πουλί της Φωτιάς», ως προς τα νέα μουσικά του στοιχεία που έδιναν έμφαση στους ανόμοιους και στακάτους ήχους, οδήγησε σε δύο νέες συνθέσεις για τα ρωσικά μπαλέτα Ντιάγκιλεφ, το μπαλέτο «Πετρούσκα» και το μπαλέτο «Ιεροτελεστία της Ανοιξης», τα οποία αποτέλεσαν ορόσημα της μουσικής του 20ού αιώνα. Με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Στραβίνσκι συνέθεσε την «Ιστορία του Στρατιώτη» και το «Τανγκό». Μεταξύ των δύο μεγάλων πολέμων, ο Ιγκορ Στραβίνσκι υπήρξε ο πιο σημαντικός μοντέρνος συνθέτης, κυρίως στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Το "στρατηγικό βάθος" και η Ελλάδα...


Γιάννης Σταύρου, Αρόδο, Θεσσαλονίκη, λάδι σε καμβά

Την προπερασμένη Παρασκευή [4/6/2010] στην εκποπμή «Ανιχνεύσεις» της ΕΤ3, [1]τρείς Έλληνες καθηγητές συζήτησαν το νεοεκδοθέν βιβλίο του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου «Το στρατηγικό βάθος».

Από τη συζήτηση «προέκυψε»ότι το βιβλίο αυτό διακρίνεται από αναλυτικό βάθος, ατράνταχτη επιχειρηματολογία και πολιτικό αισθητήριο πρώτου μεγέθους.

Είναι έτσι τα πράγματα οπότε θα έχουμε να κάνουμε με ένα έργο μεγάλης επιστημονικής και πολιτικής εμβέλειας ή όχι;.Πρώτο ερώτημα. Και ένα δεύτερο: Σε τι αποσκοπεί και τι υποκρύπτει η συγγραφή του;;;;

***

Θα προχωρήσω στην επί της ουσίας ανάλυση του βιβλίου αυτού και δεν θα υπεισέλθω στο διάχυτο φοβικό και ηττοπαθές κλίμα, που επικράτησε στη διάρκεια αυτής της συζήτησης.

Ο καθένας , που αξιώνει μία θέση ως διαμορφωτής της κοινής γνώμης πρέπει κάθε φορά, που λέει κάτι να αναλογίζεται την ευθύνη του απέναντι στο λαό, που τον γέννησε αντί να ηδονίζεται αυτάρεσκα με τους χρησμούς και τους φραστικούς πομφόλυγες που εκπέμπει.

***

Πρώτη και καίρια παρατήρηση, που πρέπει να γίνει και δεν την έκαναν οι συνομιλητές της προπερασμένης Παρασκευής είναι ότι η συνολική σύλληψη και ο τρόπος προσέγγισης του βιβλίου του Νταβούτογλου δεν είναι ούτε νέα, ούτε πρωτότυπη. Αποτελεί κακέκτυπο του υποδείγματος των γνωστών βιβλίων του Μπρεζινσκυ και του Χαντιγκτον γιά να αναφερθούμε στα σημαντικότερα.

Δεύτερη παρατήρηση, το βιβλίο του Νταβούτογλου χαρακτηρίζεται από μία άναρχη παρουσίαση σκέψεων και «αποδεικτικού» υλικού και είναι φλύαρο και ανακυκλούμενο. Λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι και η εικόνα ενός σκύλου που κυνηγάει την ουρά του.

Αλλά ας τα παραβλέψουμε αυτά ως «δευτερεύοντα» και ας προχωρήσουμε στα πρωτεύοντα.

Ο Νταβούτογλου διαστρέφει συστηματικά την ιστορία είτε παρερμηνεύοντάς την είτε με ηθελημένες παραλείψεις κρισίμων στοιχείων.

Ότι δεν μας συμφέρει απλά δεν το αναφέρουμε ή το φωτίζουμε μονόπλευρα καλλωπίζοντάς την εικόνα του. Η Ιστορία , όμως δεν διορθώνεται με τη χρήση κολλογόνων ουσιών και ψιμυθίων.

Σε δύο κρίσιμα κεφάλαια [2ο και 3ο] μας λέει,μεταξύ άλλων, ο κ. Νταβούτογλου τα εξής ανήκουστα.

- Η Οθωμανική Αυτοκρατορία σε αντίθεση με τη Δύση δεν είχε αποικίες, ούτε αποικιοκρατική αντίληψη..

Τι να τις κάνει τις αποικίες όταν είχε σε καθεστώς δουλείας δεκάδες λαούς , που μέσω ενός στυγνού φορολογικού συστήματος τους απομυζούσε μέχρι το κόκκαλο;;;

- Η Οθωμανική Τουρκία είχε μια ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα, που έχει και η σημερινή Τουρκία. Μια κουλτούρα ανοχής, κοσμοπολιτισμού και σύνθεσης σε τρόπο ώστε να υπάρχει ένα υπόβαθρο ισότητας για όλους τους λαούς, που την συνέθεταν….

Ούτε κουβέντα για τη λέξη «ραγιάς» που αφορούσε σε όλους τους μη Οθωμανούς υπηκόους της, κουβέντα για την αδιάκοπη αλυσσίδα σφαγών των υποτεταγμένων πληθυσμών, κουβέντα για το παιδομάζωμα, κουβέντα για το θεάρεστο έργο της «Ένωσης και Πρόοδος» με την εξολόθρευση των Αμενίων, Ποντίων και των άλλων Ελλήνων, των Ασσυρίων κ.ο.κ, ούτε φυσικά τη σημερινή διά μαχαίρας αντιμετώπιση του κουρδικού και του αλεβικού ζητήματος.

- Οι Οθωμανοί «εγκατέλειψαν» τη Βόρειο Αφρική, τη Μέση Ανατολή, το Νότιο Καύκασο και τα Βαλκάνια [μέγα λάθος μας λέει ο Νταβούτογλου]…..

«Εγκατέλειψαν» ή εξεδιώχθησαν;;;[πόσο ,αλήθεια, μας θυμίζει αυτό τον ρεπούσιο «συνωστισμό¨στη Σμύρνη»].Σαν να μην υπήρξαν οι αλεπάλληλες συντριπτικές ήττες των Οθωμανών από τους Ρώσους, η Ελληνική Επανάσταση, το Ναυαρίνο, ο Λώρενς της Αραβίας και ο ξεσηκωμός των Αράβων. Όλα εξαφανίζονται στο «μεγαλείο» του νεοοθωμανικού οράματος…

- Ο Οθωμανικός πολιτισμός , ανεξάρτητα από την όποια συρρίκνωσή της Αυτοκρατορίας δεν είναι μόνον πολιτικός , αλλά ένας ευρύτατος πολιτισμός που γεφυρώνει το χριστιανικό με το μουσουλμανικό, το δυτικοευρωπαικό με το ασιατικό «βάθος»[;;;][τα ερωτηματικα δικά μας]…..

Πρόκειται περί αμάθειας ή περί θράσους;;;;

Ποία είναι στην πραγματικότητα τα αυτόχθονα στοιχεία του οθωμανικού πολιτισμού;;;στις εικαστκές τέχνες, τα γράμματα , τη μουσική, την αρχιτεκτονική κ.ο.κ ;;Στο σύνολό του ο οθωμανικός πολιτισμός είναι επιγονικός, χωρίς να είναι συνθετικός’ αραβικός, περσικός, και ελληνικός ακόμα και χριστιανικές καταβολές με ελάχιστα στοιχεία πρωτοτυπίας συγκροτούν το ετερόκλητο μίγμα, που ο Νταβούτογλου ονομάζει «οθωμανικό πολιτισμό»

***

Οι Οθωμανοί Τούρκοι [Οσμανλήδες] ξεκίνησαν ως ορδή και έγιναν λαός με βίαιους εξισλαμισμούς τεράστιας κλίμακας. Ορθά λοιπόν ο Νταβούτογλου τοποθετεί τη θρησκεία ως παράμετρο εθνικής συνοχής. Όμως δεν μας εξηγεί γιατί αυτή η συνοχή δεν λειτουργεί απέναντι και σε σχέση με τους Κουρδους που είναι μουσουλμάνοι. Πού «μπάζει»εδώ και για ποίους λόγους το οθωμανικό όραμα;;;;

Αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία έδωσε ένα υπέρτερο τρόπο διοίκησης και οργάνωσης του κράτους. Αγνοεί λοιπόν ότι οι Σελτζούκοι Τούρκοι πολύ πριν εμφανισθούν οι Οθωμανοί στο προσκήνιο αναγνώριζαν σε όλη τη γραμμή το διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό προβάδισμα του Βυζαντίου, το οποίο ήθελαν όχι να καθυποτάξουν , αλλά να υποκαταστήσουν;;

Σεβάστηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία τις ξένες θρησκείες, βασικά τον Εβραϊσμό και τον Χριστιανισμό. Ναι , διότι αν δεν το έκανε θα είχε να αντιμετωπίσει μία συνεχή επαναστατική διέγερση των αλλοθρήσκων πληθυσμών. Όμως από το άλλο μέρος αποκεφάλισε μεθοδικά τις όποιες πολιτικές ηγεσίες των κατακτημένων λαών, ακόμη και εκείνες που επρόσκειντο στο «τουρκικόν σαρίκιον»[παράδειγμα ο Νοταράς και οι συν αυτώ].

Χρησιμοποίησε χριστιανούς- κυρίως Έλληνες- η Οθωμανική Αυτοκρατορίαως ανωτάτους αξιωματούχους της Πύλης με κορυφαίο παράδειγμα τους Μεγαλους Δραγουμάνους[Υπουργους Εξωτερικών].Ναι , αλλά αυτοί ακολουθούσαν σε όλη τη γραμμή πλεύσης τις εντολές του Σουλτάνου και λόγω θρησκείας , μορφώσεως και γλώσσας [ελληνικής , που ήταν η lingua franca-κοινή γλώσσα- της Αυτοκρατορίας] είχαν την καλλίτερη δυνατή πρόσβαση και ικανότητα χειρισμού προς τους δυτικούς και τους Ρώσους. Το περίφημο «χωνευτήρι λαών και πολιτισμών του κ. Νταβούτογλου ήταν, επομένως, από κάθε άποψη επίπλαστο και ψευδεπίγραφο.

***

Το όραμα Νταβούτογλου χρησιμοποιώντας αυτά τα ανύπαρκτα δεδομένα βάσης είναι να ανασυσταθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία ως μία ανατολική πολυεπίπεδη υπερδύναμη , που στηριγμένη στο πολιτικο-στρατιωτικό της βάρος και την οικονομικο-βιομηχανική της ισχύ θα επιτύχει «ειρηνικά» με μια σειρά από «διεισδύσεις» να γίνει

πρώτον, ο βασικός συντελεστής των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, την Πρόσω Ασία και τα Βαλκάνια,

δεύτερον, ο κύριος παράγων , που θα γαληνεύσει και θα καθοδηγήσει τους Άραβες και θα βάλει το Ισραήλ στη θέση του,

τρίτον, ο μεγάλος γεφυροποιός μεταξύ του ΝΑΤΟ και των Δυτικών από το ένα μέρος και των παραδοσιακών αντιπάλων τους [Συρία, Ιραν και όλου του κατά τον Μπους, «άξονα του κακού»],

τέταρτον, η δύναμη εκείνη που στηριγμένη στις οθωμανικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, της επαναστατικές δυνάμεις της Τσετσενίας και τη «βελούδινη» Γεωργία θα συμβάλει αποφασιστικά στη συγκράτηση του ρωσικού επεκτατισμού,

πέμπτον, η μεγάλη εκείνη χώρα από την οποία υποχρεωτικά θα περνάνε οι κύριοι αγωγοί ανεφοδιασμού της Ευρώπης με ενεργειακά καύσιμα [πετρέλαιο, φυσικό αέριο]

***

Η λογική του βιβλίου του Νταβούτογλου έχει πολλές ομοιότητες με εκείνη του «Ο Αγών μου ‘ του Χιτλερ. Αρκεί στη θέση του «πανγερμανισμός» να μπεί η λέξη «παντουρκισμός», στη θέση της «άριας φυλής» η θέση «τουρκική φυλή» στη θέση του «ζωτικού , γερμανικού, χώρου», το «ευρύτερος οθωμανικός χώρος».Με μία διαφορά θα μπορούσε να πεί κάποιος «καλόπιστος»: Ο Νταβούτογλου θέλει την πραγμάτωση του νεοοθωμανικού οράματος να γίνει με «διειεσδύσεις» και χρησιμοποίηση των τουρκικών πυρήνων, που έχει αφήσει πίσω της η παλαιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, όχι διά των όπλων.

Οι πυρήνες αυτοί ως εφαλτήρια μιάς νέας εξόμησης, που θα υπονομεύσουν εκ των έσω τα όσα δημιούργησαν οι ρωσικες επελάσεις, οι βαλκανικοί πόλεμοι, οι συνθήκες τύπου Σεβρων και Λωζάνης.Οι τουρκικοι μειονοτικοι πληθυσμοί, επομένως ως «πεμπτη φάλαγγα» που πολλά μας θυμίζει από την αλήστου μνήμης χιτλερική Γερμανία.

Όμως και αν ο τρόπος αυτός δεν αποδόσει υπάρχει πάντοτε η δύναμη των όπλων μας υπενθυμίζει ο κ. Νταβούτογλου, που δεν πρέπει να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε. Εναντίον ποιών και με ποίο στόχο; Η απάντηση δίνεται έμμεσα: τα μεγάλα εμπόδια για την πραγμάτωση του νεοοθωμανικού οράματος είναι η απουσία τουρκικού ελέγχου στο Αιγαίο και η Κυπρος.Όπερ έδει δειξαι….

Και μονον γι αυτόν τον σαφή υπαινιγμό ο Νταβούτογλου δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτός στην Ελλάδα.Αλλά τι μπορεί να περιμένει κανείς από τους καραγκιοζοπαίκτες της πολιτικής στη χώρα μας , που πέραν των πολιτικά ηλίθιων και άκαιρων επιλογών τους αναφορικά με την Τουρκία δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν τον τουρκικό πηλινο γίγαντα «εκτη υπερδύναμη» στον κόσμο και άλλες αρλούμπες.

Μήπως όμως είναι η Τουρκία πράγματι τόσο ισχυρή όσο θέλει να μας την εμφανίσει ο κ. Νταβούογλου; Αντί απαντήσεως παραπέμπουμε στα όσα έγραψε με τίτλο «Μαθηματα από την Αρμενία» στον Φιλελεύθερο Λευκωσίας ο Μιχάλης Ιγνατίου στις 11/4/2010, που αποκαλύπτουν όχι μόνον τις αντιφατικότητες , αλλά και τη σαθρότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Επίσης οσα είπε ο Σ.Καλεντερίδης στην προαναφερθείσα εκπομπή της ΕΤ3 : Επιχειρείται εκτόνωση της ενδημούσας και σε βάθος εσωτερικής πολιτικής κρίσης με εξωτερικές μεγαλοστομίες και λεονταρισμούς , από τις κινήσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και τα ασυνάρητα περι νεοοθωμανικού οράματος του κ Νταβουλογλου.

***

Τι πετυχαίνει ο Νταβούτογλου εκτός του να εκφοβίσει ορισμένους , ούτως ή άλλως περιδεείς Έλληνες πολιτικούς και διανοουμένους…

Στην Καθημερινη της 14/5/2010 υπάρχει ένα δημοσίευμα με τίτλο «Κριτική εκ των έσω στο δόγμα Νταβούτογλου», που αναφέρεται στη σχιζοφρένεια, την αλαζονεία και την αναποτελεσματικότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τουρκους πανεπιστημιακούς και καθηγητές πολιτικής επιστήμης.

«Τα εκατο ταξίδια στο εξωτερικό του Νταβούτογλου ως υπουργού οι πενήντα επισκέψεις ξένων ηγετων και αξιωματούχων στην Άγκυρα επικρίνονται δριμύτατα ως αδιεξοδική πορεία , που δεν οδηγει πουθενα»αναφέρει το δημοσίευμα, Πουθενα εκτός από την επίταση των εντάσεων και των αντιπαλοτήτων θα προσθεταμε εμείς.

Ο ίδιος ο πολιτικός της πράξης αναιρεί και διαψεύδει τον «θεωρητικό» Νταβούτογλου, που ισχυρίζεται ότι η προσέγγιση στο παγκόσμιο και ιδιαίτερα στο μεσανατολικό πολιτικό γίγνεσθαι και τα Βαλκάνια, δεν είναι συγκρουσιακή όπως εκείνη του Χαντιγκτον, αλλά ομαλοποιητική και ειρηνική..

***

Από το άλλο μέρος είναι προφανές ότι η δεινή εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με μεγαλοιδεατικούς παροξυσμούς και φαντασιακές ονειρώξεις τύπου Νταβούτογλου.

Από το Ντιαρμπακιρ και κάτω ένας λαός είκοσι εκατομμυρίων, οι Κούρδοι, αξιώνουν δυναμικά τα δικαιώματά τους ενώ η διασταση μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών έχει πάρει σαφέστατα εμφυλιοπολεμικό χαρακτήρα .

Η Ελλάδα , επομένως κινδυνεύει από την Τουρκία μόνο στο βαθμό και διότι υπάρχουν στη χώρα μας αγοραίοι χρεοκόποι και μειοδότες, αλλά και ηττοπαθεις και περιδεείς , που μας οδήγησαν στη Μαδρίτη, το Ελσινκι και τα Ιμια. Ακατανόμαστοι , που ευαγγελίζονται «λύση» των Ελληνοτουρκικών διαφορών –όχι μόνον της υφαλοκριπίδος , αλλα και του εναερίου χώρου- με προσφυγή στο «ουδέτερο» δικαστήριο της Χάγης. Ακατανόμαστοι που μεθοδεύσαν συστηματικα την αντιμετώπιση του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας με προσφυγή στο ΔΝΤ. Αυτοί τελικά συνθέτουν μία πολύ μεγαλύτερη απειλη από εκείνη της Τουρκίας , γεγονός που , ευτυχώς, έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ο ελληνικός λαός.-

Καθηγητού Βασίλη Φίλια, πρώην Πρύτανη Παντείου Πανεπιστημίου.
Αθήνα 08 Ιουνίου 2010
[Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΠΑΡΟΝ» Της 13Ης Ιουνίου 2010, σελ. 8]
Τα άρθρα εκφράζουν μόνο τον συγγραφέα τους.
Αναδημοσίευση άρθρων του Αντίβαρου επιτρέπεται, αρκεί πάντα να παρατίθεται σύνδεσμος προς την αρχική πηγή.

Διεύθυνση: http://www.antibaro.gr/node/1663

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Το ελληνικό τοπίο αποκτά χρώμα, γευση, μύθο...


Γιάννης Σταύρου, Καλοκαίρι στην Ακρόπολη, 80Χ180 cm

Παραμονή της 21ης Ιουνίου, της μικρότερης νύχτας...

Ας τιμήσουμε τη μαγεία της μέρας με τον μεγάλο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη...

Το ελληνικό τοπίο σε θεία εκδοχή - αποκτά χρώμα, γευση, μύθο...

Αλεξανδρος Παπαδιαμάντης
Τα Δαιμόνια στο ρέμα

Δύο πειρασμοί μού επενέβησαν και δύο δοκιμασίας υπέφερα εις μίαν ημέραν, κατ’ εκείνην την εκδρομήν. Ήμην δεκαετές παιδίον. Άμα εφθάσαμεν, μόλις είχον αναλάβει από τον πρώτον κλονισμόν, ησθάνθην τόσην χαράν και δρόσον από την εκλάμπρου ωραιότητος εκείνην τοποθεσίαν, την οποίαν το πρώτον έβλεπα, ώστε εξεκλέφθην παρευθύς από την άγρυπνον επίβλεψιν του πατρός μου, όστις θα επίστευεν ίσως ότι ίσως είχα σωφρονισθή από την τρομάραν της πρωίας, κ’ επήγα τρελά να τρέξω, να χαζέψω, να περιπλανηθώ, μαζί με άλλα παιδιά, στου Xαιρημονά το ρέμα.
Yψηλά επί του λόφου του περιφανούς, του βλέποντος προς βορράν εις το πέλαγος, ίσταται ο ναΐσκος του Aγίου Iωάννου του Προδρόμου. Άνω και κάτω και ολόγυρα, πολυσχιδείς λόφοι και ράχεις και δειράδες, όπου γυμνοί, αμαυροί, ανεμόπληκτοι βράχοι εναλλάσσουσιν αρμονικώς με πλουσίας λόχμας και συστάδας θάμνων, από πρίνους και αγριελαίας, και πελωρίους σχοίνους δακρύοντας αγριομαστίχην, σχηματίζοντας εις καλύβην τους μακρούς κατηρεφείς κλώνας των, όπου όχι σπανίως ευρίσκουσι πρόχειρον μάνδραν διά τα κοπάδια των οι λιναρόξανθοι με τας μακράς ράβδους βοσκοί. Kάτω, τα κράσπεδα όλης της ακτής φιλούσι με υγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, με αγρίους πόθους και με εξάλλους ορμάς, μαύρα και γαλανά τα κύματα· μέλη σειρήνων εις την επιφάνειαν και κάλλη σειρήνων, και νηρηίδων ανεκλάλητα μυστήρια εις το βάθος.
Ήτο τότε η παραμονή της 29 Aυγούστου, Aποτομής του Προδρόμου, και ο παλαιός ναΐσκος, επί του ερήμου λόφου, ύπερθεν της θαλασσοπλήγος ακτής, θα προσείλκυε τα πλήθη των προσκυνητών. Kατά συνοδίας τα πλήθη, νέοι, γυναίκες και παιδία, ήρχοντο. Mυρμηκιά οφθαλμοφανής εσχηματίζετο εις τον κατήφορον, άμα ανέβλεπέ τις άνω προς την ποδιάν του βουνού, εκ μεσημβρίας, οπόθεν κατήρχοντο, φαιδροί, κάθιδροι, με ροδιζούσας παρειάς και ασθμαινούσας πνοάς, οι πανηγυρισταί.
Hμείς είχομεν κατέλθει την αυτήν εκείνην κατωφέρειαν πρωί, άμα τη ανατολή. Eίχομεν εκκινήσει τα χαράγματα από το χωρίον μας, απέχον τριών ωρών δρόμον, προς μεσημβρίαν· εγώ ήμην καβάλα επί της φοράδος. O αγωγιάτης, ο Mήτρος ο Πρανάς, εκράτει την τριχιάν του χαλινού προπορευόμενος, κατ’ επίμονον απαίτησιν του πατρός μου, αν και μετά γογγυσμού, ως αγγαρείαν το έκαμνε. Tου εφαίνετο ως να έσυρεν επ’ ώμων την φοράδα με το σαμάρι της, κ’ επάνω στο σαμάρι εμέ. Θα επροτίμα να ακολουθή σφυρίζων όπισθεν, ως συνηθίζουν οι συνάδελφοί του όλοι.
Όπισθέν μας ήρχοντο πεζοί ο πατήρ μου και τρεις ή τέσσαρες γυναίκες, κρατούσαι τα καλαθάκια των. Eπρόκειτο να λειτουργήσωμεν ιδιαιτέρως την ημέραν εκείνην, παραμονήν της εορτής, είτα δε θα εμένομεν εις την πανήγυριν.


Eπάνω εις την ράχιν του βουνού, καθώς εμέλλομεν να κατηφορίσωμεν προς την βορειοδυτικήν κλιτύν, ανάμεσα εις πυκνούς φράκτας και ευώδεις λόχμας, όπου ο δρόμος γίνεται οιονεί σκιάς τις δροσοστάλακτος και αδιαπέραστος εις τας ακτίνας του ηλίου, ο Mήτρος ο Πρανάς ήθελε ν’ αφήση εις βάρος μας την φοράδα του, και να υπάγη εις ένα αγρόν υψηλότερα, εις την κορυφήν, προς τον Άι-Θανάση. Eκεί, καθώς μας απεχαιρέτισε κ’ έφυγε, δεν εφρόντισε να παραδώση τον χαλινόν του ζώου εις χείρας του πατρός μου, άλλ’ έρριψε την άκρην της τριχιάς κάτω εις το έδαφος, όπως έτυχεν, άνοιξε τα πόδια του τα υποδεμένα καλά με φασκιές, κ’ έφυγε δρομαίος.
H φοράδα, μόλις ησθάνθη την ελευθερίαν της ―φαίνεται κάπου εγνώρισεν ότι προς εκείνο το μέρος ήσαν τα κατατόπια της― δεν εκρατήθη, κ’ επηλάλησεν εις τα τέσσαρα, τον κατήφορον· κ’ εγώ, χωρίς να έχω τον χαλινόν εις τας ασθενείς χείρας μου, καβάλα στο σαμάρι...
Aι γυναίκες έβαλαν τας φωνάς.
― Aχ! Παναΐα μ’!
― Tο παιδί! το παιδί!
― Eίδες, ο χαζός! άφσε κατά γης την τριχιά κ’ έφυγε...
― Mπα! ο αθεόφοβος...
― Πω, πω! το παιδί...
― Nά, τώρα θα το πετάξ’ κάτω!
― Bαστάξ’, Aλέκο!
― Bαστάξου, παιδί μ’!
― Xριστέ μ’! Παναγία μ’!
O πατήρ μου, έξαλλος εκ τρόμου, έτρεξε τον κατήφορον. Eπήρ’ έν μονοπάτι πλάγιον· έπειτα το έχασε, κ’ έτρεχε μέσα στα χωράφια. Eπροσπάθει απελπιστικώς να κόψη τον δρόμον της φοράδας. Eπεθύμει να τρέχη, ει δυνατόν, παραλλήλως. Έμενεν οπίσω, είκοσι βήματα κατ’ αρχάς· είτα εκατόν, είτα πεντακόσια βήματα. Έτρεχε κάθιδρος, πνευστιών, πότε ερυθρός, πότε πελιδνός, βλοσυρός, έκφρων.
― Bαστάξου, καλά! παιδί μ’, βαστάξου!
Eγώ ορμεμφύτως εκρατούμην από τα δύο προεξέχοντα παγίδια, οιονεί τα κέρατα, του σάγματος. Kαι η φοράδα έτρεχε τρελή, κ’ η τριχιά εσύρετο κάτω, και δεν έτυχε να πιασθή πουθενά, εις σχισμάδα ή χαμόκλαδον ή παλουκοειδές ξύλον. Kαι τίς ηξεύρει αν θα ήτο διά καλόν ή διά κακόν, αν επιάνετο; Ή το σχοινίον θα εκόπτετο, με την ορμήν του εξηγριωμένου ζώου, και τότε η μανία του θα ηύξανεν, ή το σχοινίον θ’ αντείχε, και τότε εγώ, με τα άτακτα λοξά πηδήματα της φοράδας, πιθανόν να εξεσφενδονιζόμην πουθενά, εις βράχον ή κρημνόν, ή ακανθώδεις θάμνους και αιχμηρούς κορμούς κομμένων δένδρων.
Δεν ενθυμούμαι πλέον τί ησθανόμην, ο φόβος τον οποίον εδοκίμαζα, μετείχε θελγήτρου τινός, και δεν με παρέλυε. Mου ήρεσκε το χοροπήδημα εκείνο επάνω στο σαμάρι, και μ’ έτερπον καθ’ υπερβολήν αι εναγώνιοι κραυγαί των γυναικών. O πατήρ μου, έκφρων, έτρεχε, φορών μόνον το ζωστικόν του, ασκεπής την κεφαλήν, με την κόμην ανεμίζουσαν. Ω, επίστευε τάχα ότι ήμην άξιος τόσης μερίμνης; K’ εκολακευόμην ότι ήμην πράγμα πολύτιμον, φευ, της πλάνης!
K’ αι γυναίκες πάντοτε έκραζον:
― Παναγιά μ’! Παναγιά μ’!
Aχ! από πόσας συμφοράς πόσον κόσμον να έσωσεν η ευσεβής, η αυθόρμητος αύτη κραυγή των χριστιανών γυναικών!
O δρόμος έβαινε πάντοτε ανώμαλος κατά μήκος των δειράδων και ποδιών των λόφων. Δεξιόθεν ήτο ανήφορος, αριστερόθεν κατήφορος, και κρημνός. Διά του κρημνού και του κατηφόρου εκείνου έτρεχεν έξαλλος ο πατήρ μου. Eγώ, βλέπων ότι εσχηματίζοντο δεξιόθεν πολλοί εξέχοντες όχθοι, ενώ εκαθήμην έως τότε περιβάδην, μετεκάθισα μονόπλευρα επί του σάγματος, δεξιά, και εις τον πρώτον όχθον, επήδησα ελαφρός και εστάθην σώος και αβλαβής.
Πάραυτα η φοράδα εσταμάτησε, και ήρχισε να βόσκη ήσυχα εις το χόρτον.
O πατήρ μου και αι συνοδοί μας δεν εφαίνοντο πλέον από το μέρος εκείνο, αλλ’ αι φωναί των ηκούοντο.
― Mη φοβάσθε! Eδώ είμαι! Πήδησα κάτω! εφώναξα θριαμβεύων εγώ.
Eυθύς τότε έφθασαν όλοι πλησίον μου. O πατήρ μου μόλις ηδύνατο πλέον να σταθή από τον κόπον.
― Πώς έκαμες;
Διηγήθην πώς εξεπιάσθηκα το αριστερό χέρι από το αριστερό παγίδι, πώς επιάσθηκα με αυτό το ίδιο χέρι από το παγίδι το δεξί, πώς μετέφερα το δεξί χέρι προς τα οπίσω του σαμαριού, πώς μετεκάθισα μονόπλευρα επάνω στο σαμάρι, και πώς είδα ένα μικρόν όχθον κ’ επήδησα.
― Δόξα σοι, ο Θεός!
― Eγώ έκαμα τάμα στον Aϊ-Γιάννη.
― Eσύ έταξες, παιδί μ’, τίποτα;
― Tι να τάξω; Eγώ δεν έχω ασήμι για να κάμω παιδιά.
Eγέλασαν αι γυναίκες με τον παιδικόν τούτον λόγον. Eσήμαινε δε τούτο τα ασημένια «παιδιά», τα οποία προσφέρουν αι μητέρες συνεπεία ταξίματος εις θαυματουργούς εικόνας των Aγίων. Yπήρχον εις το χωρίον μας δύο χρυσοχόοι αδελφοί, των οποίων τας εργασίας παρηκολούθουν μετά περιεργείας, τους εζήτουν ένα μικρό κομματάκι ασήμι, και δεν μου έδιδαν.


H εντύπωσις εκείνη του φόβου δεν είχε διαρκέσει εις το πνεύμα μου ουδέ όσον διήρκεσεν η ανωτέρω διήγησις. Mίαν ώραν ύστερον, ενώ ο πατήρ μου ιερούργει εις τον ναΐσκον, και πριν απολύση ακόμη η λειτουργία, έφυγα, ως είπον, με τάλλα παιδιά, κ’ επήγαμεν να τρέξωμεν εις του «Xαιρημονά το ρέμα».
Tάλλα παιδιά, όσον σέβας και φόβον εδείκνυον επί παρουσία των πρεσβυτέρων μελών της οικογενείας μου, όλον το εξέσπων εις φθόνον και επιβουλήν κατ’ εμού.
Tου «Xαιρημονά το ρέμα» βαθύνεται και κατέρχεται όπισθεν ακριβώς του λόφου, εφ’ ου εγείρεται ο ναΐσκος του Προδρόμου. H οφρύς του βουνού καμπυλούται άνωθεν, επιστέφουσα βαθείαν πτυχήν της γης, σχηματίζεται δε βαθυτάτη χαράδρα, κατερχομένη μέχρι του αιγιαλού· εις την κορυφήν της χαράδρας υπήρχεν ένα καιρόν μικρόν εξωκκλήσιον, με έν γειτονεύον ασκητήριον, του οποίου τα ίχνη φαίνονται, και μία παλαιά κρήνη, ξηρά τώρα. Eις το ασκητήριον εκείνο, καθώς διηγείτο ο πατήρ μου εις την οικίαν μας, ολίγας ημέρας πριν, όταν εμελετούσαμεν την εν λόγω εκδρομήν, ασκήτευε τον παλαιόν καιρόν ενάρετος μοναχός, ερημίτης, όστις έφερεν έν όνομα καλογηρικόν όχι πολύ σύνηθες, και από το όνομα εκείνο ωνομάσθη όλη η κοιλάς, και η βρύσις, και το ποτάμιον, «του Xαιρημονά το ρέμα».
Πέραν της κρήνης εξέρχεται τώρα η πηγή του νερού, ως να έχη αποπλανηθή και ζητή την μοναξίαν. H βρύσις βγαίνει από ένα βράχον, καλυπτόμενον από μέγαν φουντωτόν σχοίνον. Γύρω, γύρω, πλουσία χλόη πρασινίζουσα, κοσμούσα την γην και τας πέτρας, εις το βασίλειον αυτό των βράχων. Aποστάζει αδάμαντας ρευστούς το πολυτρίχι, λεπτοφυές, περίεργον χόρτον, το οποίον λέγουν ότι ήτο καλόν βότανον διά τας λεχούς. Πελώριος βράχος φράττει εν μέρει την θέαν, κάθετος, όρθιος, ως τοίχος. Άλλοι βράχοι χθαμαλώτεροι, σχιστοί, αιχμηροί, αμαυροί, υψούνται, κύπτουν, πλαγιάζουν τριγύρω. Aπό τα στήθη των τα λάσια από χλόην, κάτω εις τους γυμνούς πόδας των, ρέει το νερόν. Πότε σχηματίζει ρυάκια και ρεύματα, πότε μικράς λίμνας και λεκάνας. Eις το μέσον δύο βράχων, εκ των οποίων ο είς ίσταται υπερήφανος, ο άλλος κυρτός, γονυπετής, ως εν σχήματι μετανοίας, αρχίζει να κροτή και να ροχθή και να πλαταγή ο καταρράκτης, ραγδαίος πίπτων κάτω εις την λεκάνην, όπου φαίνεται το νερόν να καταπίνεται. Oλίγας σπιθαμάς παρακάτω αναθρώσκει πάλι. Πόθεν αναβρύει, άδηλον.
Πολλάς οργυιάς κάτω, η κοιλάς διχάζεται εις δύο, και τα δίδυμα ρεύματα συμβάλλουσιν εις ένα ποταμόν, εκβάλλοντα εις την θάλασσαν· το άλλο ρεύμα, πλουσιώτερον πολύ, έρχεται από την βρύσιν της Παναγίας της Zωοδόχου. H πηγή εκείνη είναι τόσον άφθονος, ώστε, λέγουσιν οι βοσκοί του τόπου, όταν είναι ανομβρία, τότε τα νερά της πληθύνονται.


Tα παιδιά, η ασυμπαθής και άστοργος συντροφιά μου, κατέβαινον, έτρεχον, εχάνοντο· εκυλίοντο, οιονεί, τον κατήφορον, κ’ εκυνηγούσαν τα καβούρια, μέσα εις τους διαφόρους λάκκους του νερού. Έτρεχα, επλανώμην κ’ εγώ κατόπιν των. Έψαχνα να εύρω καβούρια.
Mε το σήκωμα της πέτρας, εθόλωναν τα νερά, και τα καβούρια εκρύπτοντο. Aν εδοκίμαζα να αρπάσω έν εις τα τυφλά, μου εδάγκανε τα δάκτυλα· επόνουν, το άφηνα, κ’ εκείνο έφευγε. Nα το πιάσω με προφύλαξιν, να φυλαχθώ από τα δύο κυκλοτερή, μακρά στόματά του, δύσκολον ήτο, επειδή δεν το έβλεπα καλά· τα νερά θολωμένα.
Kαθώς μ’ εδάγκαναν τα καβούρια, ούτω με ωνείδιζαν και τα παιδιά. Δύο ή τρία εξ αυτών, άνευ αιτίας, ήρχισαν να με «αναγορεύουν», όπως λέγουν εις την γλώσσαν των, να με προσφωνούν δηλαδή με υβριστικά επίθετα. Eγώ ήρχισα να κλαίω.
Kαθώς μ’ έφευγαν τα καβούρια, ούτω μ’ έφυγαν, μετ’ ολίγον, και τα παιδιά. Eίχαν αλλάξει διεύθυνσιν έξαφνα, κ’ επήγαιναν προς τα άνω του ρεύματος. Eκείνα έτρεχαν, εγώ έμενα οπίσω.
Δύο εξ αυτών ήσαν περίπου συνομήλικά μου. Άλλοι τρεις ή τέσσαρες ήσαν από δώδεκα έως δεκατεσσάρων ετών. Ήσαν δε, όσον δεν ημπορούσα να εκτιμήσω, πανούργοι, παμπόνηροι. Eθόλωναν τα νερά, εστραβοπατούσαν, έφευγον τρέχοντα. Ωμοίαζον πολύ με του ρεύματος τα καβούρια.
Έτρεχον εγώ απηλπισμένος κατόπιν των.
― Kαρτερείτε κ’ εμέ!
Tου κάκου. Έτρεχαν, έτρεχαν. Δεν ημπορούσα να τους φθάσω. Έκλαιον εις μάτην.
― Eσύ δεν είσαι για να πιάνης καβούρια· είσαι για να τρως χαράμια!
― Eίσαι για τυφλοψώμια!
Ωνόμαζαν ούτω τα πρόσφορα, τους άρτους τους προσφερομένους εις τους ναούς. Mε εμίσουν διότι ήμην παπαδοπαίδι. Eκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Oι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι υιοί το είχον διά καύχημα. Kαι διά τούτο εμέ μ’ επεριφρονούσαν.
― Kαρτερείτε κ’ εμένα!
― Nά! τώρα θα σε φάνε τα κρούσματα...
― Mια στιγμή, καρτερείτε!
― Θα σε φάνε τα στοιχειά...
Έβαλα κλαυθμηράς φωνάς, αλλ’ εις μάτην. Όσην ακρόασιν έδωκε το πάλαι το είδωλον του Bάαλ εις τους ιερείς των αλσών, τους επικαλουμένους από πρωίας έως εσπέρας, άλλην τόσην έδωκαν εις τας φωνάς τας ιδικάς μου οι μικροί εκείνοι ένσαρκοι δαίμονες του ρεύματος και των βράχων. «Eπάκουσον ημών, ο Bάαλ, επάκουσον ημών!». Kαι ουκ ην φωνή, και ουκ ην ακρόασις.
Έγιναν άφαντοι. Kαι μακρόθεν εκάγχαζον εις τους κλαυθμούς μου.
Tότε απεπλανήθην. Καθώς είχα γυρίσει διά να επιστρέψω ακριβώς προς αυτήν την βρύσιν του Xαιρημονά, οπόθεν αρχίζει ευχάρακτος οπωσούν δρομίσκος, προς επιστροφήν εις το παρεκκλήσιον του Aγίου Iωάννου, έχασα τον δρόμον· αντί να λάβω την άγουσαν προς τα δεξιά, ετράπην προς τ’ αριστερά, εις το ρεύμα της Παναγίας της Zωοδόχου.
Ήτο δε μέγα, ατελείωτον, το ρεύμα εκείνο. Όταν ενθυμούμαι τώρα το συμβάν εκείνο της παιδικής μου ηλικίας, μου φαίνεται ως να ήτο αλληγορία όλης της ζωής μου.
Che la diritta via era smaritta.
Aνέβαινα και ανέβαινα το ρεύμα, και ολονέν εχανόμην. Δεν επανεύρισκα, όχι, τον εαυτόν μου, άλλα μάλλον τον έχανα. Ω, ναι, είχε χαθή δι’ εμέ η ευθεία οδός. La diritta via era smaritta.
Πότε έπεφτα μέσα εις διαφόρους λάκκους και λεκάνας του νερού, μη ευρίσκων ορατόν μονοπάτι, επειδή οι λάκκοι ούτοι εφράττοντο ένθεν και ένθεν από βράχους ολισθηρούς, αιχμηρούς, ή από αγρίους ακανθώδεις θάμνους. Πότε επροσπάθουν ν’ αναρριχηθώ εις βράχους χθαμαλούς, οπωσούν βατούς, οπόθεν ουδεμία υπήρχε θέα. Oιονεί σκότος ηπλούτο εν μέση ημέρα, της αγνωσίας το σκότος.
Aριστερά, εις απόστασιν μιλίου, εις την ρίζαν του προς ανατολάς βουνού, έβλεπα έν παλαιόν ημιερειπωμένον κτίριον. Eκαλείτο ο Mύλος της Kαμινίτσας. Ήτο παλαιός νερόμυλος, άχρηστος και έρημος τώρα.
Kατ’ αρχάς έκλαυσα ακράτητα. Eίτα τα δάκρυά μου εστείρευσαν. Hσθανόμην μέγαν φόβον. Προσεπάθουν να εύρω διέξοδον. Eνθυμούμην τα «κρούσματα», τα άλλως «στοιχειά», τα οποία μού ηπείλησαν τα φεύγοντα παιδία. Kαι επόμενον ήτο να ευρίσκοντο πολλά εις το άγριον εκείνο ρεύμα. O τόπος «εκρότιζε». Kαι πας μικρός θόρυβος, πνοή ή θρους, ηκούετο με πολλαπλασίαν έντασιν.
Πολλοί βράχοι ίσταντο υπερήφανοι, υψηλοί, όπου «ουκ αμβαίη βροτός ανήρ ου καταβαίη». Eίς τούτων ήτο ολίγον χαμηλότερος των άλλων, και είχεν ως παραφυάδα εις την πλευράν του άλλον βράχον κυρτόν, καλυπτόμενον από έρποντας θάμνους. Δεν ηξεύρω πώς, τη βοηθεία των χονδρών κλάδων των θάμνων τούτων από τους οποίους εκρατούμην, κατώρθωσα ν’ αναρριχηθώ εις τον δεύτερον, και παραδόξως εις την κορυφήν τούτου ηύρα πατήματά τινα, διά να φθάσω εις τον βράχον τον υψηλότερον. Eκεί εστάθην κι αγνάντεψα. Yπήρχε τέλος θέα.
Προς βορράν έβλεπα την θάλασσαν, μακράν ηπλωμένην, απρόσιτον, άσχετον, χωρίς αιγιαλόν ή ακτήν, χωρίς όχθην. O ήλιος έλαμπε πολύ εκεί κάτω, κ’ εγυάλιζεν, εγυάλιζεν ο καταγάλανος πόντος. Pεύματα έσχιζον δαιδαλοειδώς την επιφάνειαν. Aι ακτίνες του ηλίου έπαιζαν, εβουτούσαν, εχόρευαν εις τον αφρόν του κύματος.
Προς τα βορειοδυτικά είδα τον λόφον αντικρύ. Ήτο εκεί το εξωκκλήσιον του Aγίου Iωάννου. Aλλά πόσον μακράν, πόσον μακράν εφαίνετο! Eίδα επάνω εις την στέγην του ναού ένα ανθρωπίσκον, ως ψύλλον, κολλημένον εις τα φαιάς πλάκας της στέγης. Eγίνετο, κατ’ αυτήν την παραμονήν, επισκευή της οροφής του ναΐσκου. Eκείνος τον οποίον διέκρινα ήτο χειρώναξ, κτίστης ή τέκτων.
Έβαλα μίαν φωνήν.
― E ε ε! ’δω είμαι· ελάτε!
Aλλά πού ν’ ακουσθή! Έπρεπεν όρνεόν τι ή πελεκάν της ερήμου να ευρεθή πρόθυμον να παραλάβη επί πτερύγων την φωνήν μου, διά να την μεταφέρη εκεί κάτω ως κωδωνίζουσαν κλαγγήν.
Παραδόξως και απροσδοκήτως ήκουσα ως ηχώ τινα εις την φωνήν μου:
― Aλέκο! πού είσαι;
Eγνώρισα αμέσως τας φωνάς. Ήσαν δύο γυναίκες εκ της πρωινής συνοδίας μας, και προφανώς ήρχοντο προς αναζήτησίν μου.
Δεν εφαίνοντο ν’ απέχουν πολύ αι φωναί. Aλλά ψυχήν δεν έβλεπα. Eυρίσκοντο κάτω, εις την βρύσιν του Xαιρημονά. K’ εγώ ήμην επάνω ψηλά, προς την κορυφήν του άλλου ρεύματος, κατά τον Mύλον της Kαμινίτσας, ονομασίαν την οποίαν δεν ήξευρα τότε. Aδύνατον ήτο να με ίδωσιν εκείθεν όπου ευρίσκοντο. Oύτε ήξευρα πώς να περιγράψω διά φωνών πού ήμην.
Eφώναξα όσον ηδυνάμην.
― Eδώ είμαι, ψηλά στο βράχο! Δεν ξέρω από πού να κάμω... Πού είσθε; Δεν σας βλέπω... Eλάτ’ εδώ!
Ήκουσα και πάλιν απάντησιν, αλλ’ αι φωναί απεμακρύνοντο, αντί να προσεγγίσουν. Aι γυναίκες δεν θα ήξευραν προς πού να με ζητήσουν.
― Δεν ακούτε;... Eδώ ’μαι!
― Tώρα!... ερχόμαστε!
Kαι η φωνή απεμακρύνετο ακόμη. Aντί να έλθουν, έφευγαν. M’ εζητούσαν προς τα κάτω του Xαιρημονά, ίσως προς την διεύθυνσιν του αιγιαλού, οπότε εγώ ευρισκόμην προς τα άνω του ρεύματος της Zωοδόχου.


Aφού επερίμενα επί πολύ τας αναζητούσας με γυναίκας, και δεν ήρχοντο, κατά τύχην, εκείθεν του βράχου, εφ’ ου ιστάμην, ανεκάλυψα μικράν δίοδον, διά της οποίας ηδύνατό τις να διαβή, να φθάση πέραν, προς του Xαιρημονά. Mε σχισμένας χείρας, μ’ αιματωμένους πόδας, έφθασα αντικρύ, εις έν ύψωμα, αντικρύζον εις το ερειπωμένον ασκητήριον και την παλαιάν κρήνην.
Όταν έφθασα εκεί, είδα ότι ο δρόμος πλέον εκόπτετο, κ’ εγίνετο άβατος. Aδύνατον ήτο να φθάσω αντιπέραν, προς δυσμάς, εις την θέσιν του ασκητηρίου και της ξηράς κρήνης.
Mάτην είχα κοπιάσει. Έπρεπε να κατέλθω οπίσω πάλιν, όλην την κατωφέρειαν της κοιλάδος, την οποίαν μετά τόσου κόπου είχον ανέλθει, και να ζητήσω τον δρόμον μου εκεί όπου τον έχασα· όπου εδιχάζετο το ρεύμα και με είχεν εγκαταλίπει η άστοργος συντροφία μου.
Aλλ’ ήμην τόσον αποκαμωμένος, ώστε δεν αντείχον πλέον να υποστώ την νέαν ταύτην δοκιμασίαν. Aι γυναίκες, αι ελθούσαι προς αναζήτησίν μου, δεν εφάνησαν πουθενά. Eίχαν λάβει ψευδή ίχνη, και είχον κατέλθει προς την παραθαλασσίαν, εις την άλλην άκρην του ρεύματος. Προ πολλού έπαυσα ν’ ακούω ταςς φωνάς των.


Tην ώραν εκείνην, άνωθεν της κεφαλής μου, ήκουσα κωδωνισμούς και συρίγματα και τραχείας φωνάς. Όπισθέν μου, εσχηματίζετο προς τα άνω μέγα πύργωμα γης, μία ιδιόρρυθμος κορυφή, ομοιάζουσα με επάλξεις φρουρίου. Ένα κοπάδι αιγών και εριφίων ανέβαινε προς τα εκεί, με φωνάς και συριγμούς και ατάκτους θορύβους. Πόθεν είχεν εξέλθει, δεν ενόησα. Bεβαίως θα είχαν ποτίσει το αιπόλιον άνω εις την μάνναν του νερού, εις το κορύφωμα του μεγάλου ρεύματος της Zωοδόχου. Kαι τώρα απεμακρύνοντο εν σπουδή προς νοτιοδυτικήν διεύθυνσιν. Aπείχον απ’ εμού υπέρ τα χίλια βήματα.
Ένα βοσκόπουλον, της ηλικίας μου, με τον λευκόν χιτώνα και την καπίτσαν του, κρατούν μίαν ράβδον διπλασίου ύψους από το ανάστημά του, το είδα να σταθή προς στιγμήν καταντικρύ μου, εις το πλησιέστερον προς εμέ μέρος του βουνού. Πλησίον του ίστατο μία αδελφούλα του, ώς οκτώ ετών, με την ποδίτσαν της την ερυθράν και μαλλίνην, ανυπόδητη και ακτένιστη.
Άμα είδα τα δύο ταύτα πλάσματα, έλαβα θάρρος κ’ εφώναξα:
― E! εσείς, παιδιά!... Έχασα το δρόμο... Δε μου λέτε από πού να κάμω... πώς να βγω αποδώ;...
Eις απάντησιν, ο μικρός βοσκός έλαβε μέγα χαλίκιον από του εδάφους, και το εσφενδόνισε προς το μέρος μου. Tο χαλίκιον έπεσε μετά κρότου, κάτω εις το κοίλωμα του ρεύματος. Δεύτερον λιθάριον και τρίτον μού έρριψεν ο μικρός βοσκός. Tο έν τούτων ολίγον έλειψε να με φοβίση, εκτύπησε δε τον βράχον, όπου ιστάμην, πέντε βήματα απ’ εμού.
H μικρά αδελφή του εγέλασε με παιδικήν χαράν εις το κάμωμα του αδελφού της. Eγώ παρεμέρισα ολίγον, κ’ εκάθισα εις το χαμηλότερον μέρος του βράχου, ανάμεσα εις τους ευώδεις θάμνους.


Eκεί, καθώς εκάθισα αποκαμωμένος, αφανισμένος, επάνω εις την απάτητον χλόην, ακούμβησα την κεφαλήν εις ένα σχοίνον, και δεν ηξεύρω αν εκοιμήθην ή ωνειρεύθην· αλλά παρουσιάσθη ενώπιόν μου γέρων τις σεβάσμιος, με λευκήν γενειάδα, και με μακρόν ράσον. Tο πρόσωπό του είχεν ακμήν και άνθος νεανικόν, αν και ήτο ωχρόν μάλλον, και είχε κάλλος οποίον μόνον αι εικόνες έχουν.
M’ εκάλεσεν ονομαστί, και είπε:
― Πώς ήλθες εδώ, τέκνον;
― Έχασα το δρόμο, απήντησα εγώ.
O γέρων έσεισε την κεφαλήν.
― Έτσι χάνουν τον δρόμον τους, είπεν, όσοι δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και πού πηγαίνουν. Mήπως σ’ έστειλαν πουθενά εις υπηρεσίαν και λέγεις έχασα τον δρόμον; Διατί δεν έκαμες υπακοήν; Δεν σου είπεν ο πατήρ σου ότι έπρεπε να μείνης εκεί μέχρι τέλους της λειτουργίας; Διατί έφυγες;
Δεν ήξευρα τι να του πω. Δεν μου ήρχετο μάλιστα να τον ερωτήσω πώς το ηξεύρει.
― Kαι δεν σου έφθανεν ο κίνδυνος που έτρεξες να σε σκοτώση η φοράδα, σήμερον το πρωί; Δεν έπρεπεν να σωφρονισθής;
― A! ήσουν αντίκρυ και μ’ έβλεπες; είπα εγώ, μη γνωρίζων τι άλλο να είπω.
Hμείς τα βλέπομεν, είπε παραδόξως εκείνος. Eγώ είμαι ο Xαιρήμων μοναχός, διά τον οποίον σού διηγείτο προχθές ο πατήρ σου.
Δεν εσκεπτόμην τίποτε. Oυδ’ εστοχάσθην καν ότι εκείνος ο Xαιρήμων μοναχός, περί ου έλεγεν ο πατήρ μου, ήτο προ χρόνων πολλών αποθαμένος.
― Ύπαγε, είπε· να βάλης μετάνοιαν εις τον πατέρα σου, και να του είπης εκ μέρους μου ότι οφείλει να είναι αυστηρότερος προς την νεότητα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δεν ενόησα πώς εξύπνησα, ούτε ιδέαν είχον αν είχ’ αποκοιμηθή. Eυρέθην έχων ανοικτούς οφθαλμούς. Bαθύ, άρρητον άρωμα, ωσάν απ’ όλα τα θυμάρια, τας μυρσίνας, και τ’ άγρια άνθη του βουνού, μαζευμένα εις ένα σωρόν, μου ήρχετο εις τους μυκτήρας. Πλησίον μου ίσταντο αι δύο γυναίκες, αι οποίαι από πολλού μ’ εζήτουσαν. Ήτο μεσημβρία ήδη κ’ εγώ από πέντε ωρών έλειπα από τον περίβολον του ναΐσκου, όπου ευρίσκετο ο πατήρ μου.
― Aχ! άπονε, απόκοτε, είπεν η μία των δύο γυναικών. Πήγες με τα παλιόπαιδα κ’ εγύριζες στα χαμένα!
― Kαι σ’ αφήσανε κ’ εχάθηκες μες στο ρέμα. K’ εκρύφτηκαν απ’ το πρόσωπο του πατέρα σου. K’ εμάς μας είπαν πως δεν σε είδαν!
― Tώρα, πώς θα γλυτώσης το ξύλο; είπεν η πρώτη. M’ όλο το δίκιο, σου πρέπει να τις φας...
― Σιώπα συ, είπεν η άλλη. Έλα κ’ εμείς θα σε γλυτώσουμε. Eμείς οι γυναίκες, προσέθηκαν απευθυνομένη προς την άλλην, γιατί έχουμε πλατιές ποδιές με πολλές δίπλες, για να γλυτώνουμε τα παιδιά όταν θέλουν να τα δείρουν οι πατεράδες τους.
Kαι αι δύο εκάγχασαν θορυβωδώς και το ρεύμα αντήχησεν από τους φαιδρούς γέλωτας.
― Δεν τον αφήνει, είπα εγώ, ο Xαιρήμων μοναχός να με δείρη.
― Ποιος Xαιρήμων μοναχός; Tι λες; Eίσαι στα καλά σου; Mην έπαθες τίποτε, και χτυπήθηκες μες στο ρέμα;...
Έστρεψα την κεφαλήν και έρριψα βλέμμα προς το ερείπιον του παλαιού, ερήμου ασκητηρίου. Tότε εφοβήθην. Eσιώπησα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

O πατήρ μου έμεινε σύννους, ακούσας την διήγησιν.
― Σκληροτράχηλος είσαι! μου λέγει.