
Καλοκαίρι 2009
50 νέοι σελιδοδείκτες από έργα του ζωγράφου Γιάννη Σταύρου μόλις κυκλοφόρησαν...
Από το βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ – Ασκληπιού 1, Αθήνα

Καλοκαίρι 2009
50 νέοι σελιδοδείκτες από έργα του ζωγράφου Γιάννη Σταύρου μόλις κυκλοφόρησαν...
Από το βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ – Ασκληπιού 1, Αθήνα

Το καινούργιο βιβλίο της φίλης μας Γιάννας Τόμπρου "Καμίκο" μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ.Επίσης, μη ξεχνάτε ότι ένα βιβλίο είναι το καλύτερο άμεσο αντίδοτο στην βαρβαρότητα (φρίκη - μας χαλάσανε και την λέξη βαρβαρότητα τα ανεγκέφαλα όντα που ονομάζονται πολιτικοί) της επικαιρότητας των ευροεκλογών.
Ένα ελκυστικό μυθιστόρημα που συνδιάζει την αστυνομική πλοκή με την ανάλυση των χαρακτήρων και των ανθρώπινων σχέσεων - με ανθρωποκεντρικότητα, όπως τονίζει το σημείωμα της έκδοσης.
Προτείνουμε ανεπιφύλακτα να το συμπεριλάβατε στη λίστα των βιβλίων σας για το καλοκαίρι και τις διακοπές σας - συνήθως οι περισσότεροι τότε διαβάζουμε τα βιβλία που μας ενδιαφέρουν...


Ευτυχώς που υπάρχουν κάποιες φωνές. Όχι ότι θ'αλλάξει τίποτα, αλλά είναι καλύτερα να ξέρεις ότι υπάρχουν κάποιοι σύγχρονοι συνομολητές. Διαφορετικά, απομένουν μόνο τα παλιά αγαπημένα βιβλία......Έχει ενδιαφέρον να σταθεί κανείς για λίγο στο σκεπτικό της αντιμετώπισης των γεγονότων του Δεκεμβρίου. Η κυβέρνηση προέκρινε το δόγμα της «αμυντικής», όπως τη χαρακτήρισε, διαχείρισης των διαδηλωτών. Το δόγμα αυτό δημιουργούσε μια ουσιώδη ταύτιση των νέων που διαδήλωναν την οργή τους με τους «κουκουλοφόρους», οι οποίοι έθεσαν σε εφαρμογή την ιδεολογία της «καταστροφής». Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση εκτιμούσε ότι θα εδικαιολογείτο η επιλογή της να μην προστατεύσει τη δημόσια και την ιδιωτική περιουσία καθώς και την ασφάλεια των πολιτών, αφού δεν διαχωριζόταν με σαφήνεια εάν η καταστροφή του κέντρου της Αθήνας (και πολλών άλλων πόλεων) οφειλόταν στους μεν ή στους δε. Αποσιωπείτο έτσι ότι τελικά το δίλημμα δεν ήταν η υιοθέτηση μιας «επιθετικής» συλλήβδην (η έννοια του κράτους τιμωρού) τακτικής έναντι των διαδηλωτών ή της «αποχής» από την εκπλήρωση του σκοπού του, η οποία το καθιστούσε ουσιαστικά συνένοχο, εξίσου με τους φορείς της καταστροφής, έναντι της κοινωνίας. Το διακύβευμα του κράτους ήταν, πολύ απλά, να αναλάβει τις ευθύνες του σε ό,τι αφορά στην εκτροπή της αστυνομικής δύναμης από το σκοπό της (που ενοχοποιείται για τον θάνατο του ατυχούς εφήβου) και, εντέλει, για την απαξίωσή της. Συγχρόνως εκαλείτο να εκπληρώσει την αποστολή του ως φορέας του δημόσιου συμφέροντος. Αποστολή, η οποία συνίστατο αφενός στη διασφάλιση των όρων της πολιτικής αμφισβήτησης των νέων και αφετέρου στη δημιουργία μιας πλήρους ομπρέλας για την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και, εννοείται, του χώρου τον οποίον ενσαρκώνει. Αντί γι’αυτό, εμφανίσθηκε να παρακολουθεί ως θεατής, να επιτρέπει την αλόγιστη καταστροφή και, στη συνέχεια, να θεωρεί αυτονόητη την κάλυψη της ζημιάς από την κοινωνία (από τους φορολογουμένους). Ωστόσο, θα είχε ενδιαφέρον να διερωτηθεί κανείς πώς θα αντιδρούσε ο πολιτικός ή ο κουκουλοφόρος «αντιεξουσιαστής» εάν η κοινωνία αποφάσιζε να αναλάβει η ίδια, έστω προς στιγμήν, την αρμοδιότητα του «κυρίαρχου λαού» που της έχει απαλλοτριώσει το κράτος, και ανταπέδιδε, δίκην απονομής δικαιοσύνης για τη βλάβη που υπέστησαν τα μέλη της, επιβάλλοντας ποινή ανάλογη στους καταστροφείς ή στους παραβάτες της αποστολής τους. Διότι είναι προφανές ότι όπως ο πολιτικός μεριμνά πρωταρχικά για τη διαφύλαξη των ιδίων του αγαθών, έτσι και ο «αντιεξουσιαστής» φροντίζει να εμπραγματώνει την ιδεολογία του, καταστρέφοντας ή «απαλλοτριώνοντας» τις ζωές ή τα περιουσιακά αντικείμενα των άλλων. Όχι τα δικά του.
Ο Γιώργος Κοντογιώργης είναι επιτέλους μια σύγχρονη φωνή, είναι Έλληνας, κυκλοφορεί στην Αθήνα...
Ένα απόσπασμα από το πρόσφατο βιβλίο του (δημοσιεύτηκε στο blog του http://contogeorgis.blogspot.com/):
"Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος", εκδόσεις Ιανός 2009

«Το βιβλίο αυτό είναι ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ενας συγγραφέας ξεκινάει να τα βάλει με τη Δύση και στο πέρασμά του δεν αφήνει λίθο επί λίθου». Μ’ αυτές τις φράσεις υποδεχόταν στα 1984 η εφημερίδα «Φρανκφούρτερ Ρουντσάου» το «Ισχύς και Απόφαση» του Παναγιώτη Κονδύλη.
Αθήνα - Χαϊδελβέργη
Οταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Παναγιώτης Κονδύλης εγκαταλείπει την Ελλάδα για να εγκατασταθεί στη Γερμανία, είναι ήδη κάτι περισσότερο από ένας νέος αξιοπρόσεκτος συγγραφέας. Φοιτητής ακόμη στην Αθήνα είχε στρατευθεί στην υπόθεση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Γρήγορα όμως θα της στρέψει την πλάτη, χωρίς διόλου να αποπειραθεί να την αντικαταστήσει με ένα άλλο ιδεολόγημα. «Οταν έκοψα τα ναρκωτικά, το έκανα οριστικά», θα πει πολλά χρόνια αργότερα. Παρ’ όλ’ αυτά, η στράτευση και ο αγώνας, ως υπαρξιακά βιώματα, θα σταθούν καθοριστικά για την μετέπειτα εξέλιξή του. Ο αναγνώστης μπορεί να το διαισθανθεί στον δριμύ πολεμικό, τον σχεδόν εριστικό τόνο των κειμένων του. Αλλά και στις βασικές φιλοσοφικές του θέσεις. Οι ιδέες είναι όπλα, θα γράψει, όλη η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική.
Το διάστημα 1970 - 1978 θα παρουσιάσει μια μεγάλη σειρά μεταφράσεων από τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά. Δεκαέξι συνολικά τόμοι με κείμενα συγγραφέων όπως ο Μαξ Χορκχάιμερ, ο Αρνολντ Χάουζερ, ο Ερνστ Κασσίρερ, ο Νικολό Μακιαβέλλι. Εκείνη η δίτομη έκδοση των «Εργων» του Φλωρεντινού περιλαμβάνει και το πρώτο σημαντικό δημοσίευμα του νεαρού Κονδύλη (1971 - 72), ένα εισαγωγικό δοκίμιο διακοσίων σχεδόν σελίδων.
Το 1977 υποστηρίζει στη Χαϊδελβέργη τη διατριβή του επί διδακτορία. Θέμα της η «Γένεση της διαλεκτικής» στο πρώιμο έργο των Χαίλντερλιν, Χέγκελ και Σέλλινγκ. Από τη διατριβή αυτή θα προκύψουν τα δύο πρώτα ογκώδη βιβλία του Κονδύλη. Ο ομότιτλος τόμος (1979) και ο «Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός» (1981). Αυτός ο δεύτερος θα χαρακτηριστεί έργο μνημειώδες και παραμένει ώς σήμερα το βασικό έργο αναφοράς για τον Διαφωτισμό στη γερμανόφωνη βιβλιογραφία. Τα βιβλία που θα ακολουθήσουν για την «Κριτική της Μεταφυσικής» (1983), τον «Συντηρητισμό» (1986), την «Θεωρία του Πολέμου» (1988), την «Παρακμή του αστικού τρόπου ζωής» (1991) θα συμπληρώσουν την εικόνα του Κονδύλη ως συστηματικού στοχαστή και ιστορικού των ιδεών. Κάποια από αυτά θα πυροδοτήσουν εκτεταμένες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.
Συγγραφέας με ύφος
Ο Κονδύλης υπήρξε συγγραφέας με όλη τη σημασία της λέξης. Αγαπούσε την πυκνή διατύπωση, τις σχοινοτενείς παραγράφους που καλύπτουν σελίδες ολόκληρες, τον υποτακτικό λόγο με τις πυραμιδωτές δευτερεύουσες προτάσεις – αλλά και τους κοφτούς αφορισμούς, και τις δραματικές κορυφώσεις. Ο αγώνας του ήταν πάντα με το λίπος των λέξεων. Εβρισκε στη σύνταξη της γερμανικής γλώσσας κάτι από την ευπλασία της θουκυδίδειας διατύπωσης.
Γενικά, τα πρότυπά του ήταν κλασικά, αρχαία ελληνικά. Απεχθανόταν σφόδρα τα «κινέζικα» της μετανεωτερίζουσας θεωρητικολογίας, αυτό το επιστημονίζον ζαργκόν που απεδαφίζει τη σκέψη από τα πράγματα.
Παρά ταύτα, το γράψιμό του δεν είναι εύκολο. Ο απίστευτος όγκος του υλικού που διεξέρχεται, απαιτεί από τον αναγνώστη διαρκή εγρήγορση και πειθαρχία. Προσιτότερα είναι τα μικρότερά του δοκίμια, εκείνα που έγραψε προλογίζοντας έργα του Λίχτενμπεργκ ή του Τσέζαρε Παβέζε λ.χ., και που με τον προσωπικό τους τόνο κάποτε ξαφνιάζουν τον αναγνώστη. Οι συνεντεύξεις του που συγκεντρώθηκαν στο «Αόρατο χρονολόγιο της σκέψης» (1998) είναι για τον αμύητο που ενδιαφέρεται να τον προσεγγίσει, η καταλληλότερη ίσως εισαγωγή στη σκέψη του. Η πρόσφορά του στα εκδοτικά μας πράγματα υπήρξε ανυπολόγιστη. Τα βιβλία που μετέφρασε, επιμελήθηκε και εξέδωσε πλησιάζουν τα ενενήντα. Με τον Κονδύλη η ελληνική φιλοσοφική βιβλιογραφία εγκαταλείπει τον χώρο του τυχαίου και του σπασμωδικού και περνάει στην περιοχή του προγράμματος. Ακόμη και αν ο Κονδύλης δεν είχε γράψει λέξη δική του, το ογκώδες αυτό μεταφραστικό έργο θα αρκούσε για να συντηρήσει το όνομά του στην ιστορία των ελληνικών Γραμμάτων.
Με το πανεπιστήμιο, ελληνικό και γερμανικό, δεν τα πήγε ποτέ καλά. Αρκετά βιβλία του έφτασαν να γίνουν φοιτητικά εγχειρίδια, ο ίδιος όμως στο τέλος της ζωής του θεωρούσε προσβολή την προσφώνηση «κ. καθηγητά», που από παραδρομή κάποτε του απηύθυναν. Είναι αλήθεια ότι στο ξεκίνημά του δοκίμασε πράγματι να περπατήσει αυτή την οδό. Την απόρριψη που συνάντησε τότε, δεν τη λησμόνησε ποτέ. Κι όταν αργότερα, γερμανικά και ελληνικά πανεπιστήμια του άνοιγαν τιμητικά τις πόρτες, αυτός προτίμησε επιδεικτικά να μην τις δρασκελίσει. Ωστόσο, οι –από Γερμανίας– διακρίσεις δεν του έλειψαν. Ανάμεσα στ’ άλλα, του απονεμήθηκαν το Μετάλλιο Γκαίτε και το Βραβείο Χούμπολντ.
Η οχληρή σκέψη
Ο Κονδύλης γεννήθηκε το 1943 στην Αρχαία Ολυμπία. Πέθανε πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1998, σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο των Αθηνών. Σε μια εγχείρηση, όπως την είπαν, ρουτίνας, θύμα ίσως ιατρικού λάθους. Αφησε ημιτελές το έργο που ο ίδιος έβλεπε ως έργο ζωής, μια τρίτομη Κοινωνική Οντολογία.
«Με τον θάνατο του μεγάλου Ελληνα φιλοσόφου Παναγιώτη Κονδύλη», θα τον νεκρολογήσει ο Γκούσταφ Ζάιμπτ, «η Γερμανία χάνει έναν από τους σημαντικότερους κληρονόμους και διαδόχους της πνευματικής της παράδοσης. Μόνο με αυτό το παράδοξο μπορεί να ειπωθεί η σημασία αυτού του θανάτου». Και θα καταλήξει: «Ο Κονδύλης υπήρξε συνεχιστής της γερμανικής παράδοσης της δύστροπης, οχληρής σκέψης. Τη στάση του αυτή την υποβάσταζε πάντα μια σπάνια πνευματική ελευθερία και μια σχεδόν αδιόρατη ευαισθησία: ο Κονδύλης δεν μπορούσε τα συνθήματα, την ωραιολογία, τον ναρκισσισμό. Ομως και η σκληρότητά του ήταν μεσογειακή, φωτεινή και ανθρώπινη. Ο ακαταπόνητος πέθανε, προτού ολοκληρώσει το ογκωδέστερο έργο του. Το καλοκαίρι λογάριαζε να το περάσει στην Ελλάδα».
Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο
Με τα διεθνοπολιτικά του γραπτά της δεκαετίας του ’90, την επαύριο της αμερικανικής νίκης στον Ψυχρό Πόλεμο, ο Κονδύλης θα στρέψει το ερμηνευτικό του βλέμμα σ’ ένα πεδίο καινούργιο γι’ αυτόν, την πλανητική συγχρονία και επικαιρότητα. Μόνο που αντί για τις δυτικές θριαμβολογίες περί του «τέλους της ιστορίας» και των συγκρούσεών της, που ήταν τότε του συρμού, εκείνος θα μιλήσει για τη νέα, ανεξέλεγκτη επίτασή τους. Στις διακηρύξεις περί οικουμενικής κατίσχυσης των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», δεν θα δει παρά τα κενόλογα και ιδιοτελή ρητορεύματα της μόνης πλέον Υπερδύναμης, που κανείς δεν μπορεί να πάρει στην ονομαστική τους αξία. Και στις πομφόλυγες για την «τελειωτική επικράτηση» του δυτικού φιλελευθερισμού, θα αντιτάξει την πρόβλεψη της επικείμενης κατάρρευσής του, υπό το βάρος της σπάνεως των αγαθών και των οξυμένων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών εντάσεων. Τα κείμενά του για τη σύγχρονη Ελλάδα, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία, λοιδορήθηκαν και διαστρεβλώθηκαν συχνά σε βαθμό πρωτόγνωρο. Παραμένουν ωστόσο μνημεία ατομικής εμβρίθειας και συλλογικής αυτογνωσίας.
* Ο κ. Κ. Κουτσουρέλης είναι μεταφραστής και ποιητής.

και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
σας προσκαλούν
στην παρουσίαση του βιβλίου του Patrick Guyomard
Η ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΙΚΟΥ
Η Αντιγόνη, ο Lacan και η επιθυμία του αναλυτή
την Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008, στις 7:30 μ.μ.,
στο Auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών
(Σίνα 31, Αθήνα).
Για το βιβλίο θα μιλήσουν
ο Λευτέρης Βογιατζής, ηθοποιός, σκηνοθέτης,
η Δηώ Καγγελάρη, θεατρολόγος, Λέκτορας Σχολής Καλών Τεχνών Α.Π.Θ.,
η Μαρία Καλεώδη, ψυχαναλύτρια,
και ο Νίκος Σιδέρης, ψυχίατρος, ψυχαναλυτής.
Θα συντονίσει ο Θανάσης Χατζόπουλος, παιδοψυχίατρος, ψυχαναλυτής,
υπεύθυνος της σειράς «Ψυχαναλυτικοί συνειρμοί» στις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η απόλαυση του τραγικού είναι εμπνευσμένη από το σχόλιο του Lacan στην τραγωδία της Αντιγόνης. Το σχόλιο αυτό ξετυλίγεται σε επτά διαδοχικές συνεδρίες με τις οποίες «κλείνει» το σεμινάριο της περιόδου 1956-60. Ο Lacan αναδεικνύει τη θέση της ηρωίδας και επιχειρεί τη σύνδεσή της με ζητήματα ηθικής της ψυχανάλυσης, που αποτέλεσε το αντικείμενο του σεμιναρίου εκείνης της χρονιάς. Η απόλαυση του τραγικού είναι κείμενο που αιχμαλωτίζει. Ο ρυθμός, με τις κορυφώσεις και τις παύσεις του, κρατά τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση. Κάθε λέξη μοιάζει πολύτιμη, γιατί έχει την ακρίβεια που αξιώνει το γραπτό και τη ζωντάνια ενός λόγου που «μιλάει». Οι αρετές αυτές χρωματίζουν μια επιχειρηματολογία που ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του λακανικού σχολίου. Ο τρόπος αξιοποίησης των αρχαίων κειμένων και ο τρόπος ανάγνωσης της συλλογιστικής του Lacan είναι αποκαλυπτικοί.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
O Patrick Guyomard υπήρξε μαθητής των Lacan, Canguilhem, Althusser και Derrida. Το 1969 έγινε μέλος της Φροϋδικής Σχολής και άρχισε να διδάσκει στον τομέα της Ψυχανάλυσης της Vincennes (Paris VIII). To 1994 ίδρυσε την Εταιρεία Φροϋδικής Ψυχανάλυσης (Societé de Psychanalyse Freudienne). Σήμερα διδάσκει στο Paris VII.